Αρχική / Απόψεις / Μην ασχολείστε υπερβολικά με το πώς πατάτε

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Απόψεις / Επιλεγμένα

Μην ασχολείστε υπερβολικά με το πώς πατάτε

Μην ασχολείστε υπερβολικά με το πώς πατάτε

Πολλές φορές, οι πιο ενδιαφέρουσες μελέτες είναι αυτές όπου η αρχική υπόθεση καταρρίπτεται από τα στοιχεία που τελικά προκύπτουν.

Κατά την διάρκεια του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Στίβου, το 2017 στο Λονδίνο, τοποθετήθηκαν 49 κάμερες υψηλής ταχύτητας και κατέγραψαν την κίνηση όλων των αθλητών, στα πλαίσια της μεγαλύτερης μελέτης που έχει γίνει ποτέ σχετικά με την βιομηχανική. Όσον αφορά τον μαραθώνιο, είχαν τοποθετηθεί σε 4 σημεία της διαδρομής, με σκοπό να αξιολογήσουν το μοτίβο πατήματος των δρομέων (foot-strike pattern). Οι υποθέσεις των ερευνητών ήταν πως σε αυτό το επίπεδο, οι περισσότεροι θα προσγειωνόντουσαν στο μεσαίο ή το εμπρόσθιο τμήμα του πέλματος, με το ποσοστό όμως των heel-strikers να αυξάνεται, καθώς η ώρα θα περνούσε. Και οι δύο υποθέσεις διαψεύστηκαν.

Μια ομάδα ερευνητών, υπό τον Brian Hanley του Leeds Beckett University της Αγγλίας, δημοσίευσε τα αποτελέσματα αυτής της ανάλυσης. Ο τίτλος της δημοσίευσης είναι «Οι περισσότεροι μαραθωνοδρόμοι στο Π.Π. της IAAF 2017 ήταν rearfoot strikers και οι περισσότεροι δεν άλλαζαν το μοτίβο τους».  Μία μελέτη που σίγουρα προκαλεί μεγάλη συζήτηση, αναλογιζόμενοι κιόλας την «διαμάχη» που είχε προκύψει λίγα χρόνια πριν.

Η αλήθεια είναι πως η κουβέντα για το πώς πρέπει να πατάει το πόδι στο έδαφος, έχει ξεκινήσει πολλές δεκαετίες πίσω, με την αναζοπύρωση όμως του θέματος να οφείλεται στην έκδοση του βιβλίου Born to Run, το 2009 από τον Christopher McDougall. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η προσγείωση στο midfoot ή το forefoot αξιοποιεί τις αντικραδασμικές ιδιότητες των μαλακών ιστών, όπως ο αχίλλειος τένοντας, και έτσι μειώνονται οι δυνάμεις πρόσκρουσης που αναπτύσσονται, πάντα σε σχέση με την προσγείωση στην φτέρνα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο αχίλλειος τένοντας λειτουργεί σαν ελαστικός ιμάντας, αποθηκεύοντας ενέργεια και απελευθερώνοντάς την στο επόμενο βήμα. Κερδίζεις τόσο σε πρόληψη τραυματισμών όσο και αποδοτικότητα. Θωρητικά, τουλάχιστον.

Υπάρχουν διάφορα αντεπιχειρήματα σε αυτή την προσέγγιση, συμπεριλαμβανομένου ακόμη και αυτού που λέει ότι, μεταθέτοντας την διαδικασία του cushioning από τους τένοντες στην σόλα, αυτή γίνεται ευκολότερη και λιγότερο ενεργοβόρα. Και στην συνέχεια, υπάρχουν νέα αντι-αντεπιχειρήματα και για όσους θυμούνται, η συζήτηση δεν τελειώνει ποτέ.

Από την άλλη βέβαια, θα μπορούσαμε απλά να εξετάσουμε τι κάνουν οι καλύτεροι δρομείς του κόσμου. Υποθέτουμε ότι αν κάποιος κάνει κάτι λάθος, το πιθανότερο είναι χάσει από κάποιον που το κάνει σωστά.
Κάτι τέτοιο φυσικά, θα μπορούσε να περιπλέξει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Πολλοί από τους κορυφαίους δρομείς αντοχής προέρχονται από την ύπαιθρο χωρών όπως η Κένυα κι έχουν μεγαλώσει τρέχοντας ξυπόλητοι. Κάτι τέτοιο τους προδιαθέτει σε μεγάλο βαθμό να μην πατάνε στην φτέρνα. Αν όμως γίνουν αρκετά γρήγοροι, κάποιος χορηγός θα τους δώσει παπούτσια και τότε υπάρχει η πιθανότητα να μετατοπιστεί το πάτημά τους προς τα πίσω. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τελικά πετυχαίνουν εξαιτίας αυτού ή παρά το γεγονός αυτό;

Το 2007 υπήρξε μία σχετική δημοσίευση στην Ιαπωνία. Σε έναν μεγάλο ημιμαραθώνιο, heel-strikers ήταν τα 3/4 των συμμετεχόντων αλλά μόνο το 62% των 50 πρώτων, κάτι που δείχνει ότι οι πιο γρήγοροι δρομείς ήταν λιγότερο πιθανό να προσγειώνονται στην φτέρνα. Βέβαια, η παρατήρηση αυτή δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε ένα ασφαλές συμπέρασμα για το ότι το mid/forefoot πάτημα είναι πιο αποδοτικό. Δεν αποδεικνύει κάτι από μόνη της. Για παράδειγμα, η περισσότεροι από τους πρώτους 50 φορούσαν μπλούζες από διάφορα running clubs, οπότε, ακολουθώντας το προηγούμενο σκεπτικό, θα μπορούσαμε επίσης να συμπεράνουμε ότι φορώντας τέτοια μπλούζα γίνεσαι πιο γρήγορος!

Επιστρέφοντας στην ανάλυση της IAAF, ας δούμε τι έδειξαν οι καταγραφές από τους 71 άνδρες και 78 γυναίκες που συμμετείχαν στο Π.Π. του Λονδίνου.
Συνολικά, περίπου το 60% των ανδρών και το 70% των γυναικών ήταν heel-strikers. Από τους υπολοίπους, οι περισσότεροι χαρακτηρίστηκαν ως midfoot-strikers, με την φτέρνα και το μεσαίο τμήμα του πέλματος να ακουμπάει αρχικά το έδαφος (ή και ολόκληρο το πέλμα, σε κάποιες περιπτώσεις). Πολύ λίγοι ήταν οι «καθαροί» forefoot-strikers.

Τα ποσοστά του heel-striking είχαν κάποια μικρές διαφορές ανά σημείο καταγραφής. Κυμαίνονταν από 54% στον πρώτο γύρο του αγώνα των ανδρών, φτάνοντας το 73% στον τέταρτο γύρο του αγώνα των γυναικών. Περισσότερο από το 75% των αθλητών διατήρησε το ίδιο μοτίβο πατήματος, καθ’ όλη την διάρκεια του αγώνα, ενώ όσοι το άλλαξαν, πήγαν κυρίως από midfoot σε heel-striking. Το τελευταίο επιβεβαιώνει τις ενδείξεις ότι η ποδοκνημική άρθρωση, η οποία δουλεύει περισσότερο όταν προσγειώνεσαι πιο μπροστά, είναι πιθανότερο να κουραστεί πριν από αυτές των γονάτων και των ισχίων.

Στο ακόλουθο γράφημα φαίνεται η αλλαγή στο πάτημα των δρομέων στον γυναικείο αγώνα, με τον αριθμό των RearFoot-Strikers (RFS), MidFoot-Strikers (MFS) και ForeFoot-Strikers (FFS) ανά γύρο, μαζί με τις ενδιάμεσες μικρές αλλαγές.

Είναι προφανές ότι το ποσοστό προσγείωσης στο πίσω μέρος αυξάνεται όσο περνάει η ώρα και προφανώς αυτό οφείλεται στην κόπωση. Στους άνδρες μάλιστα, λίγο περισσότερο. Εν τούτοις, κάνει εντύπωση το ποσοστό των δρομέων που παρέμειναν σταθεροί.

Φυσικά, το σημείο με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εντοπίζεται στην σύγκριση μεταξύ αυτών που τερμάτισαν στο πρώτο μισό της κατάταξης και εκείνων που τερμάτισαν στο δεύτερο. Σε τελική ανάλυση, πάντα θέλουμε να μοντελοποιήσουμε τους εαυτούς μας βάσει των elite και όχι των υπολοίπων, έτσι δεν είναι;
Στην συγκεκριμένη ανάλυση, δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ των γρήγορων και των πιο αργών ανδρών. Οι τέσσερις πρώτοι μάλιστα, ήταν heel-strikers καθ’ όλον τον αγώνα. Αντιθέτως, τα πράγματα άλλαζαν στις γυναίκες. Το 87% αυτών που τερμάτισαν στο δεύτερο μισό της κατάταξης προσγειωνόντουσαν στην φτέρνα, σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό από το 59% που τερμάτισε στο πρώτο μισό.

Το συμπέρασμα είναι ότι μάλλον δεν μπορούμε να καταλήξουμε κάπου και να είμαστε απόλυτοι. Για να μην δημιουργούνται παρανοήσεις, η αδυναμία στοιχειοθέτησης ενός συγκεκριμένου μοτίβου πατήματος, δεν αποδεικνύει ότι η συγκεκριμένη παράμετρος είναι ασήμαντη. Παρ’ όλα αυτά, μπορούμε να πούμε ότι η σημασία της έχει κάποιο όριο, όσον αφορά την συνεισφορά της στην απόδοση και σίγουρα δεν αποτελεί πανάκεια.
Αν η πλειονότητα των καλύτερων μαραθωνοδρόμων στον κόσμο, πατάει με έναν Χ τρόπο, τότε αυτός ο τρόπος δεν γίνεται να είναι λάθος. Ή έστω, εντελώς λάθος.
«Τα ευρήματα μάς δείχνουν ότι δεν υπάρχει ένας βέλτιστος τρόπος πατήματος, αναφορικά με την απόδοση. Οι αθλητές δεν θα πρέπει να προτρέπονται σε υπερβολικό βαθμό για να αλλάξουν κάτι, το οποίο τελικά αποτελεί φυσική τους κίνηση.», καταλήγουν οι ερευνητές.

 

Πηγές

https://www.iaaf.org/news/press-release/2017-world-championships-athletics-biomechani
https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S0021929019303562
www.asbweb.org/conferences/2012/abstracts/261.pdf
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/17685722
https://www.outsidonline.com

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Ο Νίκος Πήλικας είναι ερασιτέχνης δρομέας. Επειδή όμως δεν είναι καλός στο τρέξιμο, ασχολείται και με τα παρελκόμενα αυτού (π.χ. παπούτσια). Απ' ό,τι λένε, είναι καλύτερος σε αυτά...

2 Σχόλια

  1. Και εμείς που ξαφνικά (;) αποκτήσαμε πρηνισμό, τι κάνουμε;;;
    Δοκιμάζουμε πιο υποστηρικτικά ή όχι; Τα νεύρα μου, φέτος…

  2. Πολυ προσφατα, μολις τη προηγουμενη εβδομαδα δηλαδη, πηγα στο νεο κεντρικο καταστημα της adidas στο Λονδινο παρεα με εναν παλαιοτερο, ισως και οχι τοσο, ελιτ ελληνα δρομεα με τρελλο ημι,1.06. Αυτος δουλευει στη NB και πηγαμε για κατασκοπεια στον ανταγωνιστη. Στα νεο τους καταστημα δινετε η δυνατοτητα να δοκιμασεις τα παπουτσια σε διαδρομο, οχι κατι ιδιαιτερο δλδ, αυτο οπως που τουλαχιστον για εμας εκανε τη διαφορα ηταν οτι κατα τη δοκιμη προσαρμοζονται στα παπουτσια σενσορες της Run Genie που σου αναλυουν το τρεξιμο. Το αποτελεσμα, περιεργως αρκετα ιδιο και για τους δυο μας με ελαφρα καλυτερα αποτελεσματα για τον φιλο μου ηταν σχετικα ουδετερο πατημα που οσο ανεβαινει η ταχυτητα τεινει να φευγει απο το βελτιστο χωρις ομως να ξεφευγει τελειως καθως επισης διαφορα στη προσγείωση μεταξύ των δυο ποδιών. Το δεξι, το δυνατο και για τους δυο μας, χτυπουσε φτερνα πολύ πιο εντονα απο το πιο αδυνατο αριστερο που προσγειωνοτανε σχεδον φλατ. Θα περιμενα το αντιθετο.
    Για την ιστορια να αναφερω πως ενω οταν πρωτοξεκινησα τρεξιμο ετρεχα ανετα με 41,5 στην adidas, μετα το γυρισα σε 42, ενω στα νεα μοντελα που δοκιμασα boston 8 και adios…., επεστρεψα στο 41,5 πολυ ανετα μαλλον λογω του πιο ευρυχωρου toe box. Φορεσα και τα 2 δλδ και το 42 ηταν αρκετα μπολικο με το 41,5 να εινι στο ποδι μου με αρκετο αερα μπροστα. Επειδη εχω ηδη ενα boston 42 πιο φαρδυ μπροστα που το ετρεξα μολις χτες στη βρεγμενη φιλοθεη, μου φανηκε σιγουρα μπολικο και δυστυχως χωρις κρατηματα αν και δε νομιζω να εχει αλλαξει κατι στη σολα που παραμενει με το λαστιχο της continental.

Αφήστε μια απάντηση