Αρχική / Αξιολογήσεις / Nike Air Zoom Alphafly Next% 2

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Αξιολογήσεις / Επιλεγμένα

Nike Air Zoom Alphafly Next% 2

Nike Air Zoom Alphafly Next% 2

Κατηγορία: Racer  –  Πάτημα: Ουδέτερο  –  Βάρος: 230γρ.  –  Drop: 8mm (40/32mm)

 

To Alphafly Next% ήταν ένα παπούτσι “υπερπαραγωγή” από κάθε άποψη.
Έφερε τον αδιαμφισβήτητα κορυφαίο αφρό της αγοράς την εποχή εκείνη (2020), μαζί με την carbon plate που εισήγαγε η Nike το 2017 και αποτελεί πλέον το gold standard για όλα τα αγωνιστικά. Επειδή όμως αυτά περιγράφουν και το Vaporfly Next%, η εταιρεία προσέθεσε ένα ακόμη χαρακτηριστικό που θα έκανε την διαφορά: τα air pods.

Η εμφάνιση του Alphafly φώναζε από μακρυά ότι επρόκειτο για κάτι ξεχωριστό. Θα μπορούσαμε να πούμε και ότι έβγαζε την γλώσσα στους υπολοίπους, οι οποίοι μόλις άρχιζαν να λανσάρουν τον δικό τους συνδυασμό super foam/carbon plate, ενώ η Nike περνούσε ήδη στο επόμενο στάδιο εξέλιξης. Όλα αυτά ενισχύθηκαν και από το ότι μιλούσαμε για το παπούτσι του INEOS 1:59, οπότε ο μύθος μεγάλωνε κι άλλο.

Εν τούτοις, αφότου κυκλοφόρησε, η απήχηση δεν ήταν αυτή ακριβώς που θα περίμενε κανείς. Η συντριπτική πλειονότητα των elite συνέχιζε να επιλέγει το Vaporfly στους αγώνες, ενώ και οι περισσότεροι ερασιτέχνες έδειχναν να έχουν την ίδια γνώμη. Παρά την δεδομένη υπεροχή της σόλας, το Alphafly ήταν αρκετά βαρύτερο και πιο ογκώδες από το VF, υστερώντας τελικά σε racing αίσθηση. Σε αποστάσεις μικρότερες του μαραθωνίου μάλιστα, σπάνια το έβλεπες στις πρώτες γραμμές της εκκίνησης.

Τα παραπάνω αποτελούν γεγονότα και στατιστικά τουλάχιστον, δεν αμφισβητούνται. Αν όμως ζητήσετε την προσωπική μου άποψη, θεωρώ το Alphafly μακράν το αποδοτικότερο και πιο εντυπωσιακό μοντέλο που έχω φορέσει ποτέ. Η “μηχανική” βοήθεια που σου έδινε το παπούτσι ήταν κάτι ξεχωριστό, κάνοντας τον ρυθμό να δείχνει ευκολότερος και τα χιλιόμετρα λιγότερα. Προφανώς ταίριαξε με την βιομηχανική και το στυλ μου, κατά το ίδιο τρόπο που δεν ταίριαξε με κάποιων άλλων. Αποτελεί δε την επιλογή μου για οποιαδήποτε απόσταση αγώνα.

Το μοντέλο έμεινε στην αγορά δύο χρόνια. Δεν γνωρίζω αν αυτό οφείλετο στα δεδομένα που έφερε η πανδημία ή σε μία προσπάθεια της Nike να το εξελίξει όσο το δυνατόν περισσότερο, ιδίως από την στιγμή που άρχισε να νοιώθει την ανάσα του ανταγωνισμού.

Η “επίσημη πρώτη” του Alphafly 2 έγινε στον Μαραθώνιο του Τόκιο τον περασμένο Μάρτιο (φυσικά στα πόδια του Kipchoge), ενώ πριν έναν μήνα κυκλοφόρησε και για το κοινό. Παρόλο που το παπούτσι οπτικά δείχνει να μην διαφέρει ιδιαίτερα από πριν, συνολικά έχει αλλάξει.


Επάνω μέρος και εφαρμογή

Κατ’ αρχάς να πούμε ότι ο συγκεκριμένος, ολόλευκος χρωματισμός είναι ο prototype, αυτός δηλαδή που είχαν και τα παπούτσια των δρομέων – δοκιμαστών κατά την εξέλιξη του μοντέλου. Όπως και με τα Vaporfly 2 και Streakfly, το παπούτσι αρχικά λανσάρεται σε λευκό και περιορισμένη διαθεσιμότητα και μετά ακολουθούν τα υπόλοιπα χρώματα. Ο δε αριθμός που αναγράφεται στην εσωτερική πλευρά της σόλας, αντιστοιχεί στο κωδικό νούμερο ενός από τους δοκιμαστές. Ασήμαντη αλλά ωραία λεπτομέρεια.

 

Το Atomknit 2.0 μοιάζει περισσότερο με αυτό του Streakfly παρά του Alphafly 1. Η ύφανση είναι πολύ πυκνότερη, με τις κλωστές να θυμίζουν πετονιά αντί για νήμα. Γι’ αυτό και το ύφασμα έχει μία πλαστική υφή. Δείχνει όπως και πριν αραχνοΰφαντο αλλά τελικά είναι εξαιρετικά συμπαγές και δομημένο, ενώ δεν έχει και καμμία ελαστικότητα ή το ξεχείλωμα που επέτρεπε αυτό του ν1. Κρατάει παντού το σχήμα του, παρόλο που ο προφυλακτήρας είναι υποτυπώδης.

 

Πρέπει να δεις από πολύ κοντά το Atomknit για να καταλάβεις το υλικό και την πυκνότητά του.

 

Η full bootie σχεδίαση διατηρείται, με την ελαστική γλώσσα και τα πλαϊνά να είναι ενιαία. Η διαφορά με πριν είναι πως πλέον η γλώσσα έχει ένα ελαφρύ αφρώδες σε όλη την επιφάνειά της, αντί για το μικρό κομμάτι στο κέντρο της. Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται περί αφρώδους αλλά μιας σειράς πτυχώσεων του υφάσματος εσωτερικά, που δημιουργούν την μαλακή επιφάνεια. Πρώτη φορά βλέπουμε κάτι τέτοιο.

 

Οι αναδιπλώσεις του υφάσματος δημιουργούν αίσθηση αφρώδους υλικού.

 

Πέραν αυτού, τα κορδόνια, τα οποία διατηρούν το οδοντωτό σχήμα τους αλλά και την ασύμμετρη γραμμή τους, εδώ περνούν μέσα από ανεξάρτητες θηλειές αντί για τρύπες επάνω στο ύφασμα. Έτσι, αφενός δεν έρχονται σε άμεση επαφή με το πόδι, αφετέρου μπορείς να τα σφίξεις όσο θες, χωρίς να ασκείται ενοχλητική πίεση. Όλες αυτές οι αλλαγές στο μεσαίο τμήμα, δίνουν μία αρκετά πιο άνετη και απροβλημάτιστη εφαρμογή.

Asymmetrical lacing.

 

Αν και μικρές, εξίσου σημαντικές είναι και οι επεμβάσεις πίσω. Πρώτα απ’ όλα, το κλασικό πλέον πέταλο αφρώδους έχει αντικατασταθεί από δύο μεγαλύτερα, παχύτερα και πιο μαλακά τμήματα. Από κάτω τους παραμένει το ανεπένδυτο, σαν σουέντ, εσωτερικό κολάρο, έχει όμως μία καμπυλότητα που προσομοιάζει το σχήμα της φτέρνας. Τέλος, καθώς η “γλώσσα” έχει μετατοπιστεί προς τα πάνω στο κουντεπιέ, αφήνει μικρότερο άνοιγμα για να μπει το πόδι, δίνοντας τελικά μία πιο κλειστή εφαρμογή συνολικά.

 

Το επάνω μέρος του πρώτου Alphafly απείχε από αυτό που θα χαρακτήριζα ως ιδανικό. Τουλάχιστον για το δικό μου, σχετικά στενό πόδι. Το ύφασμα ήταν εντελώς αδόμητο, άφηνε αρκετό αέρα και στρεσαριζόταν από τις κινήσεις του πέλματος, καταλήγοντας να ξεχειλώνει ελαφρώς. Επίσης, ενώ πίσω είχε σωστή σχεδίαση, το σύστημα κορδόνια – γλώσσα δεν επέτρεπε σφιχτό δέσιμο, οπότε ούτε κι η φτέρνα συγκρατείτο όπως θα έπρεπε. Προσθέστε και την πολύ στενή γραμμή του στην καμάρα, όπου το πόδι ξεχείλιζε στο σημείο εκείνο. Το φορούσα πάντα με χοντρές κάλτσες, αλλά και πάλι δεν μου έδινε την σιγουριά που θες από ένα αγωνιστικό.

Στο Alphafly 2 τα πράγματα είναι αλλιώς, με τις μικρές λεπτομέρειες να κάνουν μεγάλη διαφορά. Το νέο Atomknit είναι στιβαρό, σταθερό και δομείται από την ίδια την ύφανσή του. Δεν νοιώθεις πλέον πως δεν αντέχει να πιεστεί από το πόδι, κρατάει το σχήμα του και δίνει μία αρκετά πιο ασφαλή εφαρμογή και αίσθηση.

 

Πέραν του υφάσματος όμως, βοηθάει και η υπόλοιπη σχεδίαση. Το κολάρο, εκτός του ότι είναι πιο μαλακό και αγκαλιάζει καλύτερα την περιοχή με τα νέα μαξιλαράκια, είναι και αρκετά ψηλότερο. Στο original Alphafly, το “λειτουργικό” τμήμα του τελείωνε στο πέταλο του αφρώδους, κάθως πάνω από αυτό είχαμε σκέτο ύφασμα. Δεν ακουμπούσε καν το πόδι και στην πραγματικότητα δεν προσέφερε τίποτα. Μπορεί η σχεδίαση να είναι ακριβώς ίδια με των Vaporfly Next% και του Streakfly, όπου η φτέρνα κλειδώνει πολύ σωστά, εκεί όμως είναι και η υπόλοιπη εφαρμογή διαφορετική, όπως και το ύφασμα. Στο νέο μοντέλο, το αφρώδες φτάνει μέχρι την άκρη του περιμετρικού χείλους, προσθέτοντας ουσιαστικά 1.5 εκατοστό επιπλέον ύψους. Όλη η περιοχή κλειδώνει υποδειγματικά, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται πολύ σφιχτό δέσιμο.

Συν τοις άλλοις, η καμπυλότητα του κολάρου στο κάτω μέρος επιτρέπει στο οστό της φτέρνας να “κουμπώσει” καλύτερα σε σχέση με το εντελώς κάθετο που είχαμε πριν. Το νοιώθεις αμέσως με το που φοράς το παπούτσι. Τέλος, η μετατοπισμένη προς τα επάνω γλώσσα και το μικρότερο άνοιγμα που αφήνει, αγκαλιάζουν και δένουν ακόμη περισσότερο το σημείο.

Η διαφορά στο σχήμα του κολάρου είναι χαρακτηριστική και δίνει καλύτερη εφαρμογή στην περιοχή.

 

Εμφανώς στενότερη η “είσοδος” του παπουτσιού, επηρεάζοντας την σταθερότητα πίσω.

 

Βέβαια, αυτός είναι κι ο λόγος που δυσκολεύεσαι τόσο πολύ να βάλεις το πόδι σου μέσα στο παπούτσι. Το ίδιο συνέβαινε και με το ν1, εδώ όμως η ταλαιπωρία είναι ακόμη μεγαλύτερη. Ιδίως την πρώτη φορά, ήμουν σίγουρος πως θα έκανα ζημιά αν επέμενα. Κάτι θα ξήλωνα ή θα έσκιζα. Γι’ αυτό και οι δύο θηλειές που βοηθούν να το φορέσεις, είναι πλέον πολύ πιο ενισχυμένες. Μην διστάσετε, τραβήξτε άφοβα.

 

Εξίσου βελτιωμένη με πίσω, είναι η εφαρμογή και στο midfoot. Το (σαν) αφρώδες της γλώσσας επιτρέπει να σφίξεις περισσότερο τα κορδόνια, αφού φιλτράρει αρκετά την πίεσή τους και δεν περνάει στην ράχη του ποδιού. Αναβάθμιση αποτελούν και οι νέες θηλειές, καθώς μπορείς να δώσεις μεγαλύτερη τάση στο δέσιμο και μάλιστα, χωρίς αυτή να εφαρμόζεται κατευθείαν επάνω στο πόδι, όπως πριν. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να υστερεί σε δυνατότητα ρύθμισης σε σχέση με τα κλασικά πλαϊνά και την ανεξάρτητη γλώσσα.

Μακράν καλύτερη επιλογή η θηλειές των κορδονιών, τόσο σε άνεση όσο και εφαρμογή.

 

Σημαντικά βελτιωμένη είναι και η εφαρμογή στην περιοχή της καμάρας. Όχι τόσο λόγω του ότι είναι ελάχιστα φαρδύτερη η σόλα, αλλά λόγω του νέου εσωτερικού πάτου. Πριν ήταν εντελώς επίπεδος παντού και η καμάρα ξεχείλιζε χαρακτηριστικά από το παπούτσι. Μόλις το φορούσες ένοιωθες την άκρη της σόλας να σε πιέζει έντονα και ενοχλητικά στο σημείο, αν και μόλις ξεκινούσες να τρέχεις η αίσθηση αυτή εξαφανιζόταν. Όχι σε όλους αλλά στους περισοτέρους. Ο νέος πάτος ανασηκώνεται στην περιοχή της καμάρας, την στηρίζει σωστότερα και δεν αισθάνεσαι ότι κρέμεται έξω από το παπούτσι. Στα πρώτα βήματα, έχει κι εδώ μία αίσθηση σαν εξόγκωμα, γρήγορα όμως παύει να σε ενοχλεί. Σε κάθε περίπτωση, η νέα σχεδίαση του πάτου μετριάζει αρκετά το θέμα του στενού midfoot του Alphafly. Και πάλι όμως, όσοι έχουν φαρδύ πέλμα θα δυσκολευτούν με την εφαρμογή.

 

Εδώ διακρίνεται καλύτερα το πώς ο πάτος κάθεται πάνω από την στενή βάση και στηρίζει την καμάρα.

 

Η περιοχή στα δάχτυλα παραμένει ευρύχωρη σε ύψος και πλάτος, είναι όμως πιο μαζεμένη συνολικά. Αυτό οφείλεται κυρίως στην σταθερότητα του νέου Atomknit αλλά και στον minimal προφυλακτήρα που δεν δίνει πια το “αψιδωτό” σχήμα, όπως στο toe box του ν1. Η άνεση είναι δεδομένη, καθώς πρόκειται και για παπούτσι μαραθωνίου, όχι όμως εις βάρος της σταθερότητας.

 

Ενώ λοιπόν το επάνω μέρος του πρώτου Alphafly μού είχε αφήσει μέτριες εντυπώσεις στο θέμα του κρατήματος, εδώ πλέον δεν έχω κανένα παράπονο. Απ’ όλα τα marathon racers που έχω δοκιμάσει, ίσως έχει το καλύτερο upper, τόσο σαν υλικά όσο και εφαρμογή. Σχεδόν ιδανική ισορροπία μεταξύ άνεσης και σταθερότητας, κορυφαία διαπνοή και ελαφριά αίσθηση. Εξακολουθεί να εξαφανίζεται γύρω από το πόδι, όταν χρειάζεται όμως, είναι εκεί. Πριν δεν ήταν.

Στρίβει άνετα σχεδόν παντού, είτε πρόκειται για κλειστές στροφές στον δρόμο, είτε για μέσα στον στίβο, ενώ η όποια αστάθεια μπορεί να νοιώσεις, έχει πλέον να κάνει με το ύψος της σόλας και μόνο.

Σα νούμερο, το Alphafly 2 είναι απολύτως true to size. Με την πρώτη έκδοση αυτό δεν ήταν και 100% ξεκάθαρο, εδώ όμως πάτε στο κανονικό σας άφοβα.


Σόλα και πάτημα

Τα χαρακτηριστικά του Alphafly ήταν εξ αρχής στον υπερθετικό βαθμό. Το ύψος πίσω βρισκόταν στο ανώτατο επιτρεπτό όριο της World Athletics (40mm), ενώ και μπροστά έφτανε το μέγιστο λειτουργικό (36mm, αλλιώς το drop θα ήταν υπερβολικά χαμηλό). Η σχεδίαση της carbon plate ήταν δεδομένη λόγω air pods, όπως άλλωστε και η λειτουργία τους. Ο δε ZoomX είχε δώσει ήδη τα διαπιστευτήριά του ως super foam (ναι μεν ήταν ο πρώτος του είδους, παραμένει όμως ακόμη “πρώτος”, κατά την γνώμη μου). Max cushioning, εντυπωσιακό bounce και πανάλαφρος. Κι όπως πλέον έχει διαπιστωθεί μετά από τόσα χρόνια στην αγορά, είναι και πολύ ανθεκτικός.

Ως εκ τούτου, το να βρεις τι θα μπορούσες να βελτιώσεις στην σόλα της επομένης έκδοσης, κάθε άλλο παρά εύκολο μοιάζει. Ακόμη και το συγκριτικά μεγάλο βάρος του, μάλλον χαμηλό ήταν για όλο αυτό το εργοστάσιο. Απ’ την άλλη, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι δεν χρειάζεται να κάνεις αλλαγές, αφού το σύνολο δουλεύει τόσο καλά. Και ίσως να είχε δίκιο. Όμως το πράγμα δεν δουλεύει έτσι στην συγκεκριμένη βιομηχανία. Αφενός τα δύο ολόκληρα χρόνια που το μοντέλο παρέμεινε στην αγορά, αφετέρου το θέμα των εντυπώσεων αλλά και το ότι η νέα έκδοση πρέπει να φέρει νέες πωλήσεις, επιβάλλουν να υπάρξουν αλλαγές.

Η σόλα λοιπόν, ενώ παραμένει ίδια κατά βάση, έχει φαρδύνει 3mm πίσω, 2mm μπροστά και κάποια mm στην καμάρα. Με τον νέο εσωτερικό πάτο μάλιστα, μοιάζει ακόμη φαρδύτερη εκεί. Επίσης, τα πλαϊνά της σηκώνονται λίγο ψηλότερα, όπως και αυτά του πάτου, δίνοντας την αίσθηση πως κάθεσαι μέσα στην σόλα αντί για πάνω της. Συνολικά πάντως, μοιάζει φαρδύτερη απ’ όσο λένε τα νούμερα.

 

Η βάση έχει φαρδύνει καθ’ όλο το μήκος της.

 

Η Nike δεν έχει ανακοινώσει τα ύψη, παρά μόνο ότι το drop έχει αυξηθεί από τα 4mm στα 8mm. Αν λοιπόν θεωρήσουμε δεδομένα τα 40mm στην φτέρνα, αυτό σημαίνει ότι το forefoot χαμήλωσε κατά 4mm. Δεν είμαι βέβαιος από πού κόπηκαν αυτά τα χιλιοστά. Ο αφρός πάνω από την πλάκα δείχνει να έχει το ίδιο ύψος, τα air pods επίσης, οπότε μένει μόνο το τμήμα από κάτω τους. Ούτε κι από εκεί βγάζεις άκρη όμως, αφού ναι μεν λέπτυνε η εξώσολα, προστέθηκε όμως μία φλοίδα ZoomX μεταξύ αυτής και του αερόσακου. Τέλος πάντων…

 

Το επιπλέον τμήμα αφρού κάτω από τα pods, είναι λεπτύτερο απ’ όσο δείχνει το περιμετρικό χείλος του.

 

Αλλαγές έχουμε και από κάτω, με το λάστιχο να είναι λεπτύτερο και το μοτίβο του διαφορετικό από πριν. Βρίσκω πως η πρόσφυση είναι, όχι μόνο καλύτερη από του ν1, αλλά πλέον και αντικειμενικά καλή. Επίσης είναι πιο ήσυχο από το προηγούμενο κατά την προσγείωση. Με το παλιό μπορούσες να καταλάβεις από χιλιόμετρα ότι πίσω σου είναι κάποιος με Alphafly. Εξακολουθεί να ακούγεται αρκετά, σίγουρα όμως λιγότερο. Η νέα σχεδίαση αφήνει και πολύ μικρότερη επιφάνεια αφρού να έρχεται σε επαφή με το έδαφος, κάτι που σημαίνει και λιγότερη φθορά.

 

 

Η αυλάκωση στο κέντρο της φτέρνας είναι πολύ βαθύτερη από πριν, με τον αφρό να διακόπτεται κάτω από το midfoot, αφήνοντας την πλάκα ακόμη πιο εμφανή. Μπορεί αυτά να εξοικονομούν βάρος, μειώνουν όμως και την ποσότητα του ZoomX.

Η βαθύτερη και μακρύτερη αυλάκωση κάτω από την φτέρνα, θα έπρεπε λογικά να αυξάνει το softness. Κάτι τέτοιο δε ισχύει όμως.

 

Στο midfoot έχει μειωθεί η ποσότητα του αφρού.

 

H carbon plate δεν φαίνεται να έχει αλλάξει σχήμα και θέση. Η λειτουργικότητά της δείχνει πλέον να έχει αποσαφηνιστεί, με τις έρευνες να καταλήγουν ότι περισσότερο δρα ως μοχλός, παρά ως ελατήριο, όπως πιστεύαμε. Πέραν αυτού, είναι απαραίτητη και για να σταθεροποιεί την τεράστια ποσότητα του μαλακού αφρού και να μην συμπιέζεται ανεξέλεγκτα. Στα Alphafly παρ’ όλα αυτά, λόγω των air pods δεν μπορεί να κατέβει χαμηλά στα μετατάρσια, όπως για πράδειγμα στο Vaporfly ή άλλα αντίστοιχα μοντέλα. Έχει ένα πιο επίπεδο σχήμα και η λειτουργία της ως μοχλός είναι πιο διακριτική.

Η γωνία του rocker δείχνει να παραμένει σταθερή, όπως και αυτή της πλάκας.

 

Πέραν των άλλων, η πλάκα εξυπηρετεί και στην στήριξη των pods στο επάνω μέρος τους.

 

Η Nike ισχυρίζεται πως η επιστροφή ενέργειας από τον ZoomX φτάνει το 80%, ενώ από τα air zoom pods το 90%. Ακούγεται υπερβολικός ο συνδυασμός αυτών των ποσοστών, αλλά νομίζω πως την πιστεύω. Αν κάποιος έχει τρέξει με το Alphafly και το Vaporfly, μπορεί να καταλάβει την διαφορά που κάνουν τα air pods.

Εκτός από πεπιεσμένο αέρα, τα pods περιέχουν και ελαστικές συνθετικές ίνες, για γρηγορότερη και ελεγχόμενη συμπίεση/αποσυμπίεση.

 

Φαινομενικά, λίγα είναι αυτά που έχουν αλλάξει στην σόλα του Alphafly 2, ο χαρακτήρας όμως που δίνουν στο παπούτσι δεν είναι ακριβώς ο ίδιος με πριν. Η απορροφητικότητα και το softness εξακολουθούν να είναι σε άλλο επίπεδο, όπως βέβαια και το bounce. Προσγειώνεσαι, συμπιέζεις και μετά ο αφρός, τα pods και η πλάκα σε πετούν προς τα εμπρός. Κι όλο αυτό γίνεται με την λιγότερη δυνατή προσπάθεια από εσένα, σαν το παπούτσι να πολλαπλασιάζει την ενέργεια που βάζεις. Στην πραγματικότητα βέβαια, ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει: απλά μειώνει την ενέργεια που χάνεται. Κι έτσι μπορείς να κρατήσεις έναν δεδομένο ρυθμό για περισσότερη ώρα. Δρομική οικονομία ονομάζεται.

Το ζήτημα είναι πως όλα αυτά το πρώτο Alphafly τα είχε σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό. Αισθητά μεγαλύτερο κιόλας. Η φτέρνα τώρα είναι πιο σφιχτή, παρά την βαθύτερη αυλάκωση και τον παραπάνω όγκο, και συμπιέζεται λιγότερο. Μου φαίνεται μάλιστα ότι ο ZoomX έχει και ελαφρώς διαφορετική ρύθμιση, πιέζοντάς τον με το χέρι. Μπορεί να είναι και η ιδέα μου όμως. Οπότε, έχει μειωθεί και το bounce. Εξακολουθεί να είναι εκτός συναγωνισμού, απλά όχι όσο πριν. Την χαρακτηριστική αίσθηση του να χοροπηδάς πάνω κάτω, πλέον την ξεχνάς. Το ίδιο ισχύει και για μπροστά, επειδή όμως ούτως ή άλλως το τμήμα με τα pods ήταν λιγότερο μαλακό, η διαφορά δεν γίνεται τόσο αντιληπτή. Γεγονός είναι πως θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο, αφού εκεί είναι που η σόλα έχει χαμηλώσει, ενώ πίσω παραμένει ίδια.

Όλα αυτά όμως έγιναν για κάποιον λόγο κι αυτός έχει να κάνει με την σταθερότητα. Η πρώτη έκδοση, όπως και αρκετά μοντέλα της κατηγορίας, ήταν ασταθής στο πίσω μέρος. Πλέον, η φαρδύτερη βάση και το μετριασμένο softness δίνουν ένα πολύ πιο συμπαγές και κεντραρισμένο πάτημα, πράγμα σημαντικό όταν η κόπωση συσσωρεύεται και οι αρθρώσεις χαλαρώνουν. Επιπλέον, κάνουν το Alphafly πιο εύκολο και σε χαμηλότερες ταχύτητες, εκεί που πριν έμοιαζε ξεκούρδιστο και κουραστικό. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι μπορεί να το χρησιμοποιήσεις ακόμη και ως προπονητικό.

Η διαφορά στο πλάτος και τον όγκο της σόλας πίσω, είναι εμφανής.

 

Δεν έχουν όλοι την βιομηχανική των elite, να προσγειώνονται επάνω ή κοντά στα air pods. Η πλειονότητα των ερασιτεχνών είναι heel strikers, με μέτριο ή και κακό form, οπότε τώρα το παπούτσι έχει γίνει πιο λειτουργικό για όλους αυτούς. Σίγουρα αγαπάει περισσότερο τις ευθείες απ’ ότι τις στροφές, είναι όμως αισθητά πιο εύκολο στον χειρισμό του. Στην αρχή του αγώνα ή της προπόνησης, δεν θα εκτιμήσεις και τόσο αυτό το χαρακτηριστικό και θα σταθείς μάλλον στο μειωμένο rebound και το πιο σφιχτό πάτημα. Όσο περνάει η ώρα όμως, η νέα γεωμετρία και το πλάτος της βάσης δείχνουν τα πλεονεκτήματά τους.

 

Η επιλογή της αύξησης του drop, επίσης δεν είναι τυχαία. Το έτσι κι αλλιώς χαμηλό “στατικό” 4άρι, γινόταν ακόμη χαμηλότερο σε αυτόν που πατούσε πίσω και βαριά. Υπό φορτίο, η πολύ μαλακή φτέρνα συμπιεζόταν σε μεγάλο βαθμό, καταλήγοντας να έχουμε μία “δυναμική” υψομετρική διαφορά που πλησίαζε τα 2mm – 0mm. Όσες φορές πατούσα επίτηδες πολύ πίσω, όντας και βαρύς, ένοιωθα λες και η φτέρνα ήταν χαμηλότερα από το forefoot. Κάτι τέτοιο ήταν αρκετά κουραστικό σε βάθος χρόνου για τον γαστροκνήμιο και τον αχίλλειο τένοντα, χρεώνοντάς τους παραπάνω.

Στο νέο μοντέλο αυτό δεν ισχύει. Όχι μόνο λόγω μεγαλυτέρου drop αλλά και του ότι η βύθιση μέσα στον αφρό είναι μικρότερη και το δυναμικό δεν μεταβάλλεται τόσο. Το διεπίστωσα σε κάθε προπόνηση, με τις γάμπες μου να διατηρούνται σε αρκετά καλύτερη κατάσταση συγκριτικά, τόσο κατά την διάρκεια όσο και μετά. Και φαντάζομαι ότι το όφελος θα είναι ακόμη μεγαλύτερο στο δεύτερο μισό ενός μαραθωνίου.

Πέραν αυτού όμως, τα 8mm αλλάζουν και την συμπεριφορά κατά το transition, καθώς πλέον τοποθετούν εξ αρχής το πόδι σε “κλίση” προς τα εμπρός. Το πρώτο μοντέλο είχε μία επίπεδη αίσθηση, λόγω drop, και στην πραγματικότητα δούλευες με το μεγάλο bounce. Έκανες αλματάκια, θα λέγαμε. Αντιθέτως, εδώ νοιώθεις εμφανώς ότι ρολάρεις επάνω στην σόλα, θυμίζοντας περισσότερο τον τρόπο που λειτουργεί το Vaporfly. Εκμεταλλεύεσαι πολύ περισσότερο το rocker και την carbon plate ως μοχλό, καθώς χρησιμοποιείς όλο το μήκος της σόλας και την γεωμετρία της. Το ν2 σε στέλνει προς τα εμπρός, ενώ το ν1 σε πετούσε προς τα επάνω.

 

Να πούμε επίσης ότι τα χαρακτηριστικά του Alphafly 1 απαιτούσαν κι ένα κάποιο δρομικό στυλ για να αναδειχθούν. Ναι μεν επέστρεφε εντυπωσιακά την δύναμη που έβαζες κάτω, αλλά αυτό προϋπέθετε να τρέχεις και με ανάλογο τρόπο. Σε επίπεδο ερασιτεχνών, ιδίως μεγαλύτερης ηλικίας ή πιο αγύμναστους, πολύ συχνά συναντάμε κοντό διασκελισμό, “κλειστά” ισχία ή πολύ μικρό σήκωμα του ποδιού από το έδαφος. Συνεπώς, το bounce του παπουτσιού “πνιγόταν”, αφού η δράση δεν ήταν τόσο ικανή ώστε να δώσει αντίδραση. Ούτε και η προσγείωση ήταν κοντά στα air pods. Στο νέο μοντέλο αντιθέτως, η γεωμετρία εξυπηρετεί πολύ περισσότερο τον δρομέα που δεν έχει ιδανικό form και βιομηχανική. Ή και ακόμη αν έχει, όταν αρχίζει να κουράζεται και η μηχανική του αλλάζει, έχει διαθέσιμο και ένα “plan B” στον τρόπο του transition. Πιο ήπιο τρέξιμο και ρολάρισμα.

 

Έχοντας κάνει εκατοντάδες χιλιόμετρα με το πρώτο, στην αρχή προσπαθούσα να πάω με το ίδιο τρόπο και το νέο μοντέλο. Και δεν έπαιρνα ακριβώς αυτό που ήθελα ή περίμενα. Όταν όμως το διάβασα καλύτερα και κατάλαβα τη νέα σχεδίαση, τα πράγματα άλλαξαν αρκετά. Δεν θέλει να βάζεις πολλή δύναμη για να σ’ την ξαναδώσει πίσω, όπως στο ν1. Θέλει λίγο πιο στρωτό και ήσυχο πάτημα, ώστε να μείνεις επάνω στην σόλα και να πάρεις το ρολάρισμα. Και παρόλο που υστερεί στον “wow factor” σε σχέση με πριν, γρήγορα διαπιστώνεις ότι είναι εξίσου αποδοτικό. Απλά με διαφορετικό τρόπο.

Για να το εξηγήσω καλύτερα, θα χρησιμοποιήσω την Asics και τα παραδείγματα των Metaspeed Sky και Edge. Για όσους δεν γνωρίζουν, το πρώτο απευθύνεται στους “stride runners”, δηλαδή αυτούς που για να επιταχύνουν αυξάνουν το μήκος διασκελισμού τους, ενώ το Edge στους “cadence runners”, οι οποίοι αυξάνουν την συχνότητα των βημάτων. Όλα αυτά βάσει ερευνών, φυσικά. Το Sky λοιπόν έχει μία γεωμετρία που ευνοεί το rebound, με το Edge να βασίζεται σε μία πιο επιθετική πλάκα για έμφαση στο ρολάρισμα. Τα δε drop είναι 5mm και 8mm, αντίστοιχα. Κατά την γνώμη μου, μία ανάλογη περίπτωση είναι και αυτή των Alphafly 1 και 2, υπό μία έννοια.

Το μοντέλο το δούλεψα σε αρκετές προπονήσεις. Tempo, μέτριες εντάσεις (π.χ. marathon pace) αλλά και long run. Δρόμο και στίβο. Παντού ήταν τρομερά ικανό, αποδοτικό και effortless, απλά με λίγο διαφορετικό τρόπο. Όσον αφορά το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό του ZoomX, δηλαδή την κατάσταση που διατηρεί τα πόδια, νομίζω ότι ήταν ακόμη καλύτερο. Το drop και η σταθερότερη σόλα διευκολύνουν και κρατούν πιο ξεκούραστους τους ιστούς των ποδιών. Το φόρεσα δύο συνεχόμενες ημέρες, σε ένα μεγάλο τρέξιμο και ένα απαιτητικό πρόγραμμα και την τρίτη ημέρα ήμουν λες και είχα κάνει jogging τις προηγούμενες.

Όσον αφορά το αυξημένο βάρος του, θα πω ότι δεν περνάει απαρατήρητο. Σε σχέση με τον ανταγωνισμό ή το Vaporfly, το παπούτσι ζυγίζει αρκετά αλλά κυρίως, είναι ογκώδες. Ήταν ήδη και τώρα είναι ακόμη περισσότερο. Αρχικά δεν εμπνέει. Με το που το φορέσεις, αναρωτιέσαι πώς θα καταφέρεις να μετακινήσεις όλο αυτό το πράγμα και να πας γρήγορα. Μόλις όμως πιάσεις ρυθμό, κατ’ εμέ δεν υπάρχει άλλο μοντέλο που μπορεί να τον διατηρήσει όπως το Alphafly. Δεν κάνει εύκολα αλλαγές όσο άλλα ελαφρύτερα και πιο μαζεμένα αγωνιστικά, για να κουμπώσεις όμως στο pace και να το κρατήσεις, είναι ιδανικό. Το απόλυτο cruiser. Αρκεί να μην ξεγελαστείς και πας γρηγορότερα απ’ όσο πρέπει, κάτι που είναι εύκολο με το παπούτσι.

21 γραμμάρια διαφορά στο Νο 45.

 

 

Συμπέρασμα

Μετά από ~70 χιλιόμετρα με το Alphafly 2, ακόμη δεν έχω καταλήξει ποιο από τα δύο προτιμώ ή θα επέλεγα για κάποιον αγώνα. Κάθε φορά που βάζω το ν1, μένω με το στόμα ανοιχτό, όπως την πρώτη φορά, και διασκεδάζω μαζί του. Ζυγίζοντας όμως την προπόνησή μου με το ν2, είτε κατά την διάρκειά της, είτε μετά, διαπιστώνω ότι αποδίδει εξίσου. Μόνο που το κάνει πιο ήσυχα και πιο “σοβαρά”. Ή χωρίς της μαγεία, αν προτιμάτε. Έχει το ίδιο DNA όμως. Δεν υπολείπεται σε ευκολία κλειδώματος του ρυθμού, στην effortless αίσθηση ή στο πόσο ξεκούραστο σε διατηρεί (το αντίθετο, μάλιστα). Στο ίδιο καταλήγεις, απλά μέσω άλλης οδού.

Θεωρώ πως είναι πιο “δημοκρατικό” και λειτουργικό παπούτσι για τον μέσο δρομέα, ιδίως όσο μαζεύονται τα χιλιόμετρα. Οπότε μάλλον θα αποτελούσε την επιλογή μου για μαραθώνιο. Η σταθερότητα και η ευκολία στις γάμπες λόγω drop, είναι πολύ σημαντικοί παράγοντες για τα 42Κ. Για την πλειονότητα των ερασιτεχνών άλλωστε, το marathon pace συμπίπτει με το easy run pace. Στις μικρότερες αποστάσεις, κατά πάσα πιθανότητα θα πήγαινα με το original. Ταιριάζει και με το πάτημά μου, όταν αυτό δεν αρχίζει να χαλάει μετά από κάποια ώρα.

Το επάνω μέρος αποτελεί σημαντική αναβάθμιση από κάθε άποψη. Δένει πολύ περισσότερο την εφαρμογή και επιτρέπει στις δυνατότητες της σόλας να αναδειχθούν. Η καμάρα δεν έχει λύσει εντελώς τα θεματάκια της, σίγουρα όμως έχει βελτιωθεί σε αίσθηση.

Με δεδομένο ότι το Vaporfly αποτελούσε την επιλογή των δρομέων στους αγώνες, η Nike έδωσε στο Alphafly 2 κάποια ανάλογα χαρακτηριστικά. Ο τρόπος λειτουργίας του είναι κάπου ανάμεσα στα AF1 και VF, προσπαθώντας να συνδυάσει τα πλεονεκτήματα του καθενός. Δεν δουλεύει πλέον σαν τραμπολίνο, παρότι διατηρεί την μεγάλη επιστροφή ενέργειας, αλλά εισάγει και το ρολάρισμα στον τρόπο που επιτυγχάνεται το transition.

Αρχικά θα σε ξενίσει ή ακόμη και απογοητεύσει, αν έχεις τρέξει με την πρώτη έκδοση. Αν του δώσεις όμως λίγο χρόνο και γνωριστείτε, θα διαπιστώσεις πως οι αλλαγές δεν έγιναν καθόλου τυχαία. Κι ας άλλαξαν λίγο τον χαρακτήρα του.

 

 

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Ο Νίκος Πήλικας είναι ερασιτέχνης δρομέας. Επειδή όμως δεν είναι καλός στο τρέξιμο, ασχολείται και με τα παρελκόμενα αυτού (π.χ. παπούτσια). Απ' ό,τι λένε, είναι καλύτερος σε αυτά...

7 Σχόλια

  1. Απίστευτα αναλυτικό το review, συγχαρητήρια . Αυτό με τους πιο μεγάλους σε ηλικία , αγύμναστους με κακό form με άγγιξε , θα μπει στα υποψήφια, πλησιάζουν και κάτι γενέθλια

  2. Ήταν ένα ιδιαίτερα αναλυτικό και απολαυστικό review , πιστεύω το πιο εύστοχο από όλες τις αξιολογήσεις του Νίκου Πήλικα μέχρι στιγμής ! Θεωρώ πως η πρόθεση της Nike ήταν να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ V1 και Vaporfly και να το φέρει πιο κοντά στο 2ο . Προσωπικά σαν κάτοχος και του V1 και του Vaporfly , επέλεξα μετά από δοκιμές σε όλους τους σημαντικούς αγώνες να φοράω τα Vaporfly . Κάτι που έχει κάνει και η συντρηπτική πλειοψηφία των elite δρομέων ακόμη και στο Oregon παρά το γεγονός οτι ήταν ήδη διαθέσιμο το V2 , κάποιοι το φόρεσαν βεβαια , 6 τον αριθμό.
    Σίγουρα θα ήθελα να το δοκιμάσω κάποια στιγμή και με την πρώτη ευκαιρία θα προσπαθήσω να φέρω στην κατοχή μου το V2 , έχει γίνει πάντως μεγάλο promotion !
    Μέχρι τότε θα αρκεστούμε στις εντυπώσεις και στα review των τυχερών που το έχουν στην κατοχή τους !

  3. Υπερπαραγωγη και το review!!!!Congratulations!!

  4. Καταπληκτικη δοκιμή/ ανάλυση για άλλη μία φορά κυριε πρεσβη μας κακομαθαίνετε..

    Σχετικά με την κλίση της σολας (drop) και το πως αυτή επηρεάζει την κατευθυντικοτητα το διαπίστωσα από την προτη στιγμή στην πρωτη έκδοση, όπου έχω βγάλει τον πατο και έχω βάλει υποπτερνιο 7-8 χιλ..
    Μάλιστα αισθάνομαι ότι οι “αερόσακοι ” φορτιζονται ακόμα περισσοτερο αφού πλεον πεφτω πανω τους λόγω στάσης/ κλίσης του πελματος.

    Νίκο αν θες μπες στον κόπο και κάνε μας μία μέτρηση.
    Βάλε το νέο και το προηγουμενο και με ένα παχυμετρο μέτρα το υψος από το κέντρο εσωτερικά της σολας.
    Νομίζω ότι το νέο ειναι ακόμα πιο ψηλό πισω..

    Αυτό μπορεί κάλλιστα να γίνει εάν πχ έχεις μηδενισμενο το παχυμετρο όταν ακουμπάει εσωτερικά στο παπουτσι και κατεβάσεις μέχρι να ακουμπήσει στην πανω μεριά του παχυμετρου πχ το μπράτσο ενός πορτατίφ γραφείου ή κάτι που μπορεί να μείνει σταθερό σε εκείνο το σημείο, ώστε αφαιρώντας το παπουτσι ανοίγεις μετά το παχυμετρο και μετράς την απόσταση..
    Θα είχε ενδιαφέρον μία μέτρηση να δούμε τι έχουν κάνει εκεί στην Nike…

  5. Thanks, παίδες! 🙂

    @petransfhp Για τους σωματότυπους των Αφρικανών, το VF έχει σίγουρα πιο racing feel. Το άλλο ζυγίζει όσο κι οι ίδιοι.
    Σε κάθε περίπτωση, ο λαός μίλησε. Είναι μεγάλο το ποσοστό που προτιμάει το πρώτο.
    Απλά από την στιγμή που είμαι ξακάθαρα υπέρ του AF, αναγκαστικά χάνεται λίγο η αντικειμενικότητα. Γι’ αυτό και στο review δεν γίνεται καμμία αναφορά στο Vaporfly. Είναι και διαφορετικά παπούτσια άλλωστε. Ενώ στην παρουσίαση το ν1, όλοι νομίζαμε πως αντικαθιστά το VF, οπότε και τα συνέκρινα.

    @geomaz 8mm υποπτέρνιο, ρε κουζουλέ..;;;;
    Με μπέρδεψες με την περιγραφή του πειράματος… Το θέμα είναι πως αν το παπούτσι είναι >40mm, στο νούμερο που καθορίζει η WA, τότε δεν θα επιτρεπόταν. Οπότε θεωρητικά τα δικά μου AF1/2 θα πρέπει να έχουν το ίδιο ύψος πίσω.

  6. Μεταξύ vapor καί alpha συγκεκριμένα σε αγώνα καί προπόνησεις για εμένα ποίο γρήγορο το alpha παρότι οταττα φοράω λόγο βάρους θα έβαζα στοίχημα ότι το vapor είναι το γρηγορότερο.

  7. @vasilis_giannaris Κι εγώ το ίδιο.

Αφήστε μια απάντηση