Αρχική / Αξιολογήσεις / Reebok Floatride Energy 4

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Αξιολογήσεις / Επιλεγμένα

Reebok Floatride Energy 4

Reebok Floatride Energy 4

Κατηγορία: Trainer  –  Πάτημα: Ουδέτερο  –  Βάρος: 238γρ.  –  Drop: 9mm (26/17mm)

 

To Energy δείχνει να αποτελεί πλέον το μοναδικό σημείο αναφοράς στην δρομική γκάμα της Reebok, καθώς είναι το μόνο που ανανεώνεται ετησίως από το 2019. Το Symmetros παραμένει ίδιο για τρίτη συνεχόμενη χρονιά (εκτός αν δούμε κάτι τους επομένους μήνες), ενώ έκανε και την εμφάνισή του το Energy X. Κι αυτά είναι όλα. Πολύ περιορισμένες πλέον οι προτάσεις της εταιρείας και μένει να δούμε τι πορεία θα ακολουθήσει, μετά και την εξαγορά της από την Authentic Brands Group. Πάντως, ούτε η τεχνογνωσία τής λείπει, ούτε και η τεχνολογία, ενώ από το 2018 έχει πείσει το κοινό για τις δυνατότητές της, όταν θέλει.

Από εκεί και πέρα, το να βασίζεται σε αυτή την φάση στο Energy, μοιάζει απόλυτα λογικό. Ένα παπούτσι “γενικών καθηκόντων”, γνώριμο πια στο κοινό και με τιμή που μπορεί να φτάνει και κάτω από τα 60€ κατά περιόδους. Στην τέταρτη εκδοσή του, οι αλλαγές αφορούν μόνο το επάνω μέρος, με την σόλα να παραμένει ακριβώς η ίδια.


Επάνω μέρος και εφαρμογή

Προσωπικά ήμουν πολύ ικανοποιημένος από το upper του Energy 3. Ωραία υλικά, άνετο και αρκετά σταθερή εφαρμογή.
Στο νέο μοντέλο το ύφασμα είναι διαφορετικό και μοιάζει σαν πολύ πυκνό τούλι. Από κάτω του έχουμε μία επένδυση, η οποία όμως είναι αισθητά λεπτύτερη και πιο διαπνέουσα από πριν. Κλασικός προφυλακτήρας δεν υπάρχει, στην θέση του όμως έχουν τοποθετηθεί τέσσερις παράλληλες, πολύ χοντρές ραφές, οι οποίες φτάνουν μέχρι πίσω και ενισχύουν την περιοχή.

Η εξωτερική στρώση υφάσματος είναι σχεδόν διαφανής.

Το midfoot δομείται από το τεράστιο logo, αλλά σημαντικό ρόλο στο κράτημα παίζει η επιλογή των κορδονιών. Όπως και στο v3, είναι φλατ και εντελώς ανελαστικά, αλλά εδώ έχουν και οδοντωτό σχήμα. Ρυθμίζονται όπως θες, κρατούν την τάση που τους δίνεις αρχικά και δεν επιτρέπουν κανένα αέρα στην εφαρμογή. Μετά από τόσο reviews, φαντάζομαι πως έχετε καταλάβει το κόλλημά μου με τα σωστά κορδόνια.

Πολλά τα δομικά στοιχεία στο μέσο. Ενσιχύουν την περιοχή, χωρίς όμως να γίνονται καν αντιληπτά.

Η γλώσσα έχει λιγότερο αφρώδες από πριν, με ένα πιο παχύ κεντρικό κομμάτι, αλλά τα κορδόνια κάθονται σωστά πάνω της και ποτέ δεν θα σε πιέσουν.

Το πίσω μέρος είναι πιο structured από του ν3, έχοντας ένα σκληρότερο εξωτερικό κολάρο. Η επένδυση εσωτερικά έχει την ίδια ποσότητα αφρώδους.

Το padding γύρω από τον αστράγαλο είναι τόσο όσο χρειάζεται.

Η προηγούμενη έκδοση είχε ένα πολύ άνετο και σχετικά “πολυτελές” εσωτερικό, με τα υλικά να δίνουν μία απαλή και ωραία αίσθηση, ιδίως για αυτό το επίπεδο τιμής. Δεν είχα κανένα απολύτως παράπονο, πλην της μέτριας διαπνοής.

Στο Energy 4 τα πράγματα αλλάζουν, με την εφαρμογή να κλείνει και να γίνεται πιο performance. Διατηρεί την άνεση, αγκαλιάζοντας όμως σωστότερα το πόδι σε όλα τα σημεία. Προφανώς αυτό έχει να κάνει με το λεπτύτερο αλλά πιο στιβαρό και ανελαστικό mesh, όπως και με την αρκετά ελαφρύτερη επένδυση.

Η επένδυση ενώνεται με την γλώσσα, ενώ είναι πολύ πιο λεπτή από του ν3.

Το toe box δείχνει να έχει περισσότερο αέρα, καθώς η παχιά φόδρα του ν3 έτρωγε χώρο, κρατάει όμως σωστότερα το σχήμα του και το πόδι.

Αισθητά καλύτερο είναι το κράτημα και στο midfoot, επίσης λόγω των υλικών αλλά και των επιπλέον δομικών στοιχείων. Το δέσιμο ρυθμίζεται πανεύκολα, μπόσικα δεν υπάρχουν πουθενά, ενώ όπως προείπαμε, τα κορδόνια διατηρούν την αρχική τάση που θα δώσεις.

Τα κορδόνια είναι απλά ιδανικά.

Το ίδιο ισχύει και πίσω, με το κολάρο να κλειδώνει αμέσως τη φτέρνα και την επένδυση να συμπληρώνει σε επίπεδο άνεσης.

Κατ’ εμέ, οι αλλαγές στο upper αποτελούν ξεκάθαρα αναβάθμιση. Σε πιο αργούς ρυθμούς, ίσως το ν3 να ήταν πιο “βελούδινο” σε αίσθηση, εδώ όμως η εφαρμογή είναι πιο “γάντι”. Εμπνέει περισσότερο, δεν έχει κενά και το σύνολο μοιάζει πιο δεμένο. Τέλος, έχει και πολύ καλύτερη διαπνοή, λόγω των ελαφρύτερων υλικών.

Για το νούμερο ισχύει ό,τι και σε όλη την σειρά έως τώρα. Το παπούτσι είναι μακρύτερο, οπότε θα πρέπει να κατεβείτε μισό νούμερο. Πέραν αυτού, υπενθυμίζω ότι το sizing της Reebok, ενώ είναι κανονικό σε US/UK, στο EU αντιστοιχεί σε μισό κάτω. Δηλαδή, εκεί που είστε για παράδειγμα EU43/US9.5/UK8.5/27.5cm στις περισσότερες εταιρείες, στην Reebok είστε EU42.5/US9.5/UK8.5/27.5cm. Άρα παραγγέλνοντας σε Ευρωπαϊκό, πάτε ένα ολόκληρο νούμερο κάτω. Συμβουλευτείτε και τον σχετικό πίνακα.


Σόλα και πάτημα

Καθώς η σόλα διατηρείται απαράλλακτη, μεταφέρω αυτούσιο το κείμενο από το Energy 3. Απλά να σημειώσω πως έχω την αίσθηση ότι είναι ελάχιστα πιο σφιχτή. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα όμως, ίσως να είναι απλά η ιδέα μου. Επίσης, διατηρώ τις συγκρίσεις και με τα ν1/ν2, σε περίπτωση που κάποιος δεν έχει τρέξει με το ν3.

Παρότι η Reebok λάνσαρε το Forever ως ένα οικονομικό μοντέλο, κάθε άλλο παρά “φθηνό” ήταν στον αφρό της σόλας. Ενώ θα περίμενε κανείς μία απλή EVA σύνθεση σε αυτό το επίπεδο τιμής, στο παπούτσι χρησιμοποιήθηκε ένα θερμοπλαστικό ελαστομερές (TPE), υλικό αντίστοιχο της πολυουρεθάνης που συναντάμε π.χ. στο Boost. Κι ενώ βρίσκουμε κι εδώ ιδιότητες όπως το cushioning, η επιστροφή ενέργειας, η ανθεκτικότητα κι η σταθερότητα στις αλλαγές θερμοκρασίας, το βάρος διατηρείται χαμηλότερο σε σχέση με του γνωστού TPU.

Οι δύο πρώτες εκδόσεις έφεραν ακριβώς την ίδια σόλα. Στα ν3/v4 όμως υπάρχουν κάποιες διαφορές, οι οποίες, παρόλο που δεν είναι μεγάλες, αλλάζουν το πάτημα του νέου Energy. Όπως και πριν, τα ύψη είναι κατά προσέγγιση, αφού η εταιρεία δεν τα δίνει επίσημα. Κι αν στα χαρτιά η σόλα φαίνεται να έχει κοντύνει, στον δρόμο μοιάζει το ανάποδο. Ελαφρώς διαφορετική είναι και η γεωμετρία των τοιχωμάτων, με την πομπέ σχεδίαση να έχει αλλάξει. Επίσης, έχει ανασηκωθεί αρκετά η φτέρνα (heel bevel), μία λεπτομέρεια που επιδρά σημαντικά στο πάτημα.

Η εξώσολα φέρει αρκετές αλλαγές, με κυριότερη ότι το λάστιχο είναι αισθητά μαλακότερο από πριν. Επιπλέον, υπάρχει ένα βαθύ κενό κάτω από την φτέρνα, χαρακτηριστικό που της επιτρέπει λίγη περισσότερη βύθιση. Τέλος, το μοτίβο θυμίζει αυτό του Run Fast, με τα μικρά lugs σε όλη την επιφάνεια να δίνουν πάρα πολύ καλή πρόσφυση.

Το μοντέλο δεν έχει πια τον λεπτό, μη αφαιρούμενο εσωτερικό πάτο αλλά έναν της Ortholite. Είναι παχύτερος και πιο πορώδης, ενώ στο σημείο της καμάρας ανεβαίνει ψηλά για επιπλέον στήριξη. Το κακό είναι ότι επειδή μοιάζει με αυτούς που χρησιμοποιεί η Nike, πιθανώς να κρατάει ιδρώτα τις ζεστές ημέρες.

Οι δύο προηγούμενες εκδόσεις είχαν ένα semi-soft πάτημα, με τον αφρό να συμπιέζεται μεν, αλλά να τερματίζει σχετικά γρήγορα λόγω του χαμηλού ύψους. Μπροστά ήταν πιο σφιχτό, πράγμα που έκανε το παπούτσι ικανό και για πιο γρήγορους ρυθμούς, κάποιους όμως τους κούραζε στα πιο μεγάλα τρεξίματα. Γενικότερα, είχαμε μία πολύ ισορροπημένη σόλα, που έδινε το κάθε χαρακτηριστικό της στην σωστή δοσολογία.

Το Floatride Energy 4 είναι αρκετά πιο ραφιναρισμένο και ευγενικό, χωρίς όμως να χάνει κάτι από τον χαρακτήρα που είχε. Το πάτημα είναι ξεκάθαρα πιο μαλακό κι αυτό είναι αποτέλεσμα συνδυασμού πραγμάτων. Δεν ξέρω αν ο αφρός έχει διαφορετική ρύθμιση, κάτι που είναι πιθανό, αλλά το επιπλέον softness προέρχεται κι από αλλού.

Κατ’ αρχάς, μεγάλο ρόλο παίζει η νέα εξώσολα με το μαλακό της λάστιχο. Η προηγουμένη ήταν από σκληρότερο υλικό και “φρενάριζε” την πολυουρεθάνη. Αυτό άλλωστε φαινόταν, ή καλύτερα ακουγόταν, και από τον θόρυβο που έκανε το παπούτσι στο έδαφος. Το νέο Reebok πατάει πολύ πιο γλυκά κι αθόρυβα, ενώ το λάστιχο μοιάζει περισσότερο σαν συνέχεια του αφρού παρά σαν ξεχωριστό κομμάτι. Συν τοις άλλοις, το κενό στο πίσω μέρος επιτρέπει στον αφρό να υποχωρήσει πιο εύκολα ανάμεσα στα καλυμμένα μέρη. Ο δε αφρώδης εσωτερικός πάτος, συμβάλλει κι αυτός στην μαλακότερη αίσθηση, ιδίως στην πρώτη επαφή με το έδαφος.

Εκεί που φαίνεται περισσότερο η διαφορά του Energy 4, είναι στο forefoot. Έχει πλέον το λίγο παραπάνω cushioning που χρειάζεσαι στα πιο μεγάλα τρεξίματα ή στο τέλος πιο απαιτητικών προπονήσεων. Μοιάζει σα να υπάρχουν ~2mm επιπλέον αφρού, παρότι μάλλον δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Όπως και να ‘χει, είναι ξεκάθαρα φιλικότερο στα μετατάρσια.

Μαλακότερο πάτημα σημαίνει και μεγαλύτερη συμπίεση της σόλας, οπότε αυξάνει και η αίσθηση του rebound, αφού η πολυουρεθάνη διαθέτει αυτή την ιδιότητα. Το παπούτσι έχει εμφανώς περισσότερο pop από πριν και μάλιστα, το καταλαβαίνεις ακόμη και στα αργά. Σίγουρα δεν είναι στο επίπεδο των σύγχρονων super foams αλλά για τα χαμηλά ύψη του, δίνει το πεταγματάκι που θες.

Στην πρώτη έκδοση ένοιωθα ότι η σχεδίαση της σόλας με “υποχρέωνε” να πατήσω πρώτα την φτέρνα, φορτίζοντας περισσότερο το σημείο εκείνο. Ήταν λες και είχε μεγαλύτερο drop το παπούτσι και μου άλλαζε το πάτημα. Στο v4 η σόλα έχει ανασηκωθεί αρκετά στο πίσω μέρος, μεταφέροντας έτσι την προσγείωση πιο μπροστά, με το transition να είναι ιδιαίτερα πιο απαλό και στρωτό. Προφανώς αυτό έχει να κάνει και με το δρομικό στυλ του καθενός, στην περίπτωσή μου όμως είναι ίσως η πιο καλοδεχούμενη αλλαγή στο νέο μοντέλο. Ακόμη και όταν κουραζόμουν, ένοιωθα ότι δεν κάθομαι επάνω στην φτέρνα, όπως συχνά συμβαίνει στο τέλος μιας προπόνησης.

Η κατηγοριοποίηση του Energy 4 δεν είναι και τόσο ξεκάθαρη. Άνετα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ελαφρύ προπονητικό, ιδίως αν κάποιος δεν θέλει οπωσδήποτε μαλακά ψηλόσολα για τα easy runs του. Απ’ την άλλη, τα χαρακτηριστικά του είναι τέτοια που αγγίζει και την “performance trainer” κατηγορία και μάλιστα, χωρίς πολλούς συμβιβασμούς. Αν θέλαμε, θα μπορούσαμε να το συγκρίνουμε με μοντέλα όπως τα Pegasus, Ride, Ghost, 880 κτλ, εξίσου εύκολα όμως θα έμπαινε και στην από κάτω κατηγορία. Αναλόγως βέβαια και τις προτιμήσεις του δρομέα, όπως συμβαίνει πάντα άλλωστε.

Πάει εύκολα σε αργούς ρυθμούς, καθώς έχει την προστασία αλλά και το softness που ίσως έλειπε σε κάποιους. Νοιώθεις αρχικά μία σχετική βύθιση μέσα στον αφρό και παίρνεις μία αίθηση απορροφητικότητας, παρότι της λείπει το βάθος, λόγω των χαμηλών υψών. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν χρειάζεται και περισσότερη. Μόλις λίγο καιρό πριν άλλωστε, προτού εμφανιστούν οι σόλες με τα 30+ mm, το Energy 3 θα το χαρακτηρίζαμε ξεκάθαρα μαλακό. Το φόρεσα και σε μεγαλύτερα τρεξίματα και ήταν άνετο και απροβλημάτιστο. Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα προτιμούσα να είχα επιλέξει κάτι άλλο.
Επίσης, στην ευκολία του παπουτσιού στα easy runs, βοηθάει πολύ και η μεγάλη ευκαμψία της σόλας, κάτι που ανέκαθεν ήταν χαρακτηριστικό της σειράς. Το παπούτσι τσακίζει οπουδήποτε του ζητήσεις, ακολουθώντας απόλυτα την κίνηση του ποδιού. Κι είναι και πολύ ελαφρύ για προπονητικό.

Το Energy το απόλαυσα ακόμη περισσότερο όταν το πήγα σε πιο γρήγορους ρυθμούς. Το πάτημα είναι περισσότερο responsive παρά bouncy, δίνοντας σου πληροφορία από το έδαφος αλλά και μία κάποια ελαστικότητα από την πολυουρεθάνη. Παίρνεις το γρήγορο σήκωμα από το forefoot, νοιώθεις το πόδι να δουλεύει, έχεις όμως και μια μικρή βοήθεια από τον αφρό. Η δε πρόσφυση της εξώσολας, με τα πολλά lugs να γραπώνουν στο έδαφος, κάνουν ακόμη πιο εύκολη την δουλειά.

Το έβαλα σε tempo προπόνηση και ρόλαρε όμορφα, στρωτά και ξεκούραστα. Το έβαλα σε 1000άρια στον στίβο και δεν είχε επίσης πρόβλημα, πήγαινε όπως ένα “γρήγορο” μοντέλο. Το έβαλα και σε 400άρια και παρόλο που τον είχε τον ρυθμό, φάνηκε το μοναδικό του μειονέκτημα: η ευκαμψία. Όπως προείπαμε, το Energy είναι ιδιαίτερα εύκαμπτο, τόσο κατά μήκος όσο και εγκάρσια. Αυτό λοιπόν κλέβει από την σβελτάδα του, αφού υπό πίεση η σόλα στρεβλώνεται παραπάνω απ’ όσο πρέπει και δεν φεύγεις όσο ευθύβολα θα ήθελες. Φυσικά, αυτό είναι ακόμη πιο έντονο στα βιράζ. Εκεί είναι που καταλαβαίνεις την λειτουργία μιας πλαστικής γέφυρας στο midfoot, όπως π.χ. το Τorsion System. Παρ’ όλα αυτά, είναι κάτι που θα το αντιληφθείς μόνο όταν το φτάσεις στα όριά του, σε πολύ γρήγορους ρυθμούς.

Η σόλα είναι πάρα πολύ εύκαμπτη σε όλο το μήκος της.

Επίσης, λόγω της στρεπτικής ευκαμψίας στο μεσαίο τμήμα, είναι πιθανό κάποιος που πρηνίζει ή έχει αδύναμη ποδοκνημική, να βρει το παπούτσι κάπως ασταθές. Οπότε θα έλεγα ότι το Energy είναι ένα εντελώς ουδέτερο μοντέλο, σε περίπτωση που κάποιος επιλέγει βάσει και αυτού του χαρακτηριστικού.


Συμπέρασμα

Όπως είχαμε αναφέρει και στην παρουσίαση του προηγουμένου μοντέλου, η ποιότητα του Energy δεν είναι πλέον συνυφασμένη με την πολύ χαμηλή τιμή του. Παρότι το κάνει ακόμη πιο ελκυστικό, πρόκειται έτσι κι αλλιώς για ένα ικανό trainer με πολλά καλά στοιχεία. Το νέο επάνω μέρος σίγουρα βελτιώνει το παπούτσι και δείχνει πως η Reebok δεν τα έχει παρατήσει εντελώς. Ωστόσο, θα ήθελα να δω κάτι νέο στην σόλα του Energy 5. Οι ρυθμοί που εξελίσσεται ο ανταγωνισμός, δεν αφήνουν περιθώρια για στασιμότητα.

 

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Ο Νίκος Πήλικας είναι ερασιτέχνης δρομέας. Επειδή όμως δεν είναι καλός στο τρέξιμο, ασχολείται και με τα παρελκόμενα αυτού (π.χ. παπούτσια). Απ' ό,τι λένε, είναι καλύτερος σε αυτά...

Αφήστε μια απάντηση