Αρχική / Αξιολογήσεις / Saucony Endorphin Pro 3

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Αξιολογήσεις / Επιλεγμένα

Saucony Endorphin Pro 3

Saucony Endorphin Pro 3

Κατηγορία: Racer  –  Πάτημα: Ουδέτερο  –  Βάρος: 204γρ.  –  Drop: 8mm (39.5/31.5mm)

 

Η Saucony ήταν από τις πρώτες εταιρείες που “απήντησαν” στο Vaporfly της Nike, φτιάχνοντας δηλαδή ένα μοντέλο με προηγμένο αφρό και carbon plate. Την άνοιξη του 2020 παρουσιάστηκε το Endorphin Pro, το οποίο φορούσε τον νέο PWRRUN PB (Pebax) και μία πλάκα από ανθρακονήματα, σχήματος “S”.

Το παπούτσι ήταν αναμφισβήτητα πολύ γρήγορο. Ίσως παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε, καθώς η μεγάλη ακαμψία της πλάκας, όπως και η πολύ επιθετική σχεδίασή της, το έκαναν δύστροπο και κουραστικό σε μέτριους και αργούς ρυθμούς. Ήθελε πραγματική ταχύτητα για να δουλέψει, καταλήγοντας τελικά κατάλληλο κυρίως για πολύ ικανούς δρομείς. Ο μέσος ερασιτέχνης δύσκολα θα το επέλεγε για μαραθώνιο, απόσταση για την οποία ουσιαστικά προοριζόταν. Προφανώς είναι και θέμα προτιμήσεων, το γενικότερο feedback όμως ήταν αυτό που μόλις περιέγραψα.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από το εξής: το Endorphin που τελικά αγαπήθηκε από το δρομικό κοινό, δεν ήταν το Pro αλλά το Speed. Μιλάμε ίσως για το δημοφιλέστερο μοντέλο της τελευταίας διετίας στην αγορά. Αυτό που στα χαρτιά το έκανε “υποδεέστερο”, δηλαδή η πλάκα από nylon αντί carbon, ήταν και ο λόγος που το παπούτσι απέδιδε τόσο καλά. Είχε την σβελτάδα από το Pebax και την πλάκα, η οποία πλάκα όμως ήταν πολύ πιο εύκαμπτη, φιλική και εύκολη για όλους τους δρομείς. Το Speed ήταν ένα από τα πιο all around μοντέλα που έχουμε δει ποτέ.

Τα ίδια ίσχυαν και για την δεύτερη έκδοση του Pro, όπως και του Speed, με την σόλα να παραμένει ανέγγιχτη και κάποιες μικρές αλλαγές μόνο στο upper. Αξιολογώντας το μετά από δύο χρόνια, έχοντας πλέον εικόνα και από άλλα distance racers, το Pro ήταν ένα πολύ ικανό αγωνιστικό αλλά για λίγους. Η τρίτη του έκδοση είναι ένα πολύ διαφορετικό παπούτσι.


Επάνω μέρος και εφαρμογή

Όπως θα δούμε παρακάτω, η σόλα του Pro 3 ψήλωσε και φάρδυνε αρκετά. Αναγκαστικά λοιπόν, η εταιρεία έπρεπε να βρει τρόπο να αντισταθμίσει την αύξηση του βάρους. Και η απάντηση βρισκόταν στο επάνω μέρος. Με μία από τις ελαφρύτερες κατασκευές που έχουμε δει, κατάφερε να μειώσει κι άλλο το ήδη χαμηλό βάρος του v2.

Το διχτυωτό έχει πάρα πολύ ανοιχτή ύφανση, τόσο πολύ που αναρωτιέσαι για την ανθεκτικότητά του. Παρ’ όλα αυτά, ανάμεσα στα κενά ενισχύεται από λεπτές ίνες, δίνοντας τελικά την απαραίτητη αντοχή στην κατασκευή. Προφανώς το mesh είναι εντελώς αδόμητο και χωρίς σχήμα. Το μεγάλο logo είναι απλά διακοσμητικό, ενώ ο ευρύς προφυλακτήρας κρατάει το ύψος.

Εντελώς minimal η κατασκευή του upper.

 

Αντίστοιχη είναι η κατασκευή και στο midfoot, το οποίο όμως ενισχύεται ελαφρώς με κάποια underlays. Οι σειρές των κορδονιών είναι σε σχήμα “V” και πολύ κοντά μεταξύ τους, ιδίως στο κάτω μέρος. Εν αντιθέσει με τα περισσότερα αντίστοιχα μοντέλα, τα κορδόνια είναι αρκετά παχιά, από σωστό υλικό και βοηθούν να “δέσει” η περιοχή.

 

Τα πλαϊνά κλείνουν ψηλά, επάνω στην ράχη του ποδιού.

Η γλώσσα είναι εντελώς γυμνή, αποτελούμενη από πολύ λεπτό ύφασμα. Στο κέντρο της υπάρχουν τρεις μεγάλες τρύπες, μάλλον για εξοικονόμηση βάρους. Όπως και στα v1/2, δύο ελαστικές ταινίες την ενώνουν με την βάση, για να συγκρατείται στην θέση της.

Το λεπτό συνθετικό φιλμ στην γλώσσα δίνει μία ελάχιστη δομή στο ύφασμα, ώστε να κάθεται στο πόδι.

 

Το κολάρο είναι υποτυπώδες, έχοντας ουσιαστικά μόνο μία στενή λωρίδα σκληρότερου υλικού στο πίσω μέρος. Όπως και πριν, εσωτερικά επενδύεται από μία μικρή ποσότητα αφρώδους, ίσα ίσα για μια στοιχειώδη άνεση.

Το padding είναι “τόσο όσο” αλλά αποδεικνύεται πως δεν χρειάζεσαι περισσότερο.

 

Μόλις φορέσεις το Pro, η πρώτη αίσθηση είναι ότι ποτέ δεν πρόκειται να έρθει στα μέτρα σου. Η λεπτή γλώσσα απαιτεί προσεκτικό στρώσιμο, το ύφασμα κάθεται όπου αυτό θέλει, ενώ το κολάρο δεν το νοιώθεις καν. Μοιάζει περισσότερο με upper μοντέλου spikes παρά ασφάλτινου μεγάλων αποστάσεων. To δε feedback για την εφαρμογή του, ποικίλλει.

Παρ’ όλα αυτά, μιλώντας για το δικό μου, σχετικά στενότερο πέλμα, έχω να πω ότι εφαρμόζει τέλεια. Δεν θα άλλαζα κυριολεκτικά το παραμικρό. Αρκεί να σφίξεις τα κορδόνια και αμέσως καταλαβαίνεις ότι έχει γίνει ένα με το πόδι σου.

Το κολάρο αγκαλιάζει το οστό της φτέρνας και κλειδώνει 100% όλη την γύρω περιοχή. Ενώ είναι εξίσου minimal με πριν, όπου κάποιοι είχαμε θεματάκια, εδώ δουλεύει υποδειγματικά. Και παρόλο που του λείπει η άνεση από την απουσία αφρώδους, είναι τόσο εύκαμπτο που καταλήγει το ίδιο άνετο.

Γάντι είναι και η εφαρμογή στο μεσαίο τμήμα. Είτε με πολύ, είτε με λιγότερο σφίξιμο, τα πλαϊνά κλείνουν γύρω από το πόδι και το συγκρατούν ιδανικά. Παίζει ρόλο και η μικρή απόσταση μεταξύ τους. Παρά την λεπτή γλώσσα, τα χοντρά κορδόνια δεν δημιουργούν πιέσεις πουθενά, όσο σφιχτό κι αν είναι το δέσιμο. Τα περισσότερα αγωνιστικά έχουν πολύ λεπτά κορδόνια κι αν το παρακάνεις, πιέζουν το δέρμα.

Τα κορδόνια έχουν το σωστό σχήμα και πάχος, με τις ραβδώσεις να μην επιτρέπουν να λυθούν.

Το toe box, ενώ έχει ύψος, το πλάτος δεν περισσεύει. Γι’ αυτό και κάποιοι έχουν παραπονεθεί ότι το βρίσκουν κάπως στενό. Όπως πάντα όμως, είναι και θέμα ποδιού. Παρ’ όλα αυτά, το ύφασμα είναι τόσο εύκαμπτο που πολύ δύσκολα θα προκληθούν τριβές, πιστεύω. Προσωπικά δεν είχα ποτέ το παραμικρό θέμα.

Συνολικά, το επάνω μέρος του Pro 3 είναι από τα καλύτερα που έχω δοκιμάσει. Πραγματικά εξαφανίζεται μόλις το φορέσεις, με την ρύθμισή του να είναι πολύ εύκολη. Από τα λίγα παπούτσια που δεν χρειάζεται να σταματήσω για να τα σφίξω ή να τα χαλαρώσω.

Το σημαντικότερο όμως είναι πως παρά την άνεση της εφαρμογής, το κράτημά του είναι πολύ καλό. Όσο κι αν πιεστεί από ρυθμό ή στροφές, συγκρατεί παντού σωστά το πόδι, δεν έχει χαλαρά σημεία ή κενά και εμπνέει σιγουριά. Όπως ακριβώς πρέπει να είναι είναι ένα marathon racer. Εξίσου καλά πάει όμως και σε γρηγορότερες ταχύτητες ή μέσα στον στίβο.

Στην διαπνοή δεν χρειάζεται καν να αναφερθούμε, αφού λόγω της τόσο αραιής πλέξης του mesh, είναι απλά κορυφαία. Το upper είναι σχεδόν διαφανές! Ωστόσο, είναι συγχρόνως και η αιτία για το μοναδικό ψεγάδι του μοντέλου. Το logo από λεπτό συνθετικό, είναι κολλημένο στο ύφασμα και ουσιαστικά κάθεται επάνω στις μεγάλες τρύπες του. Δεν “πατάει” σωστά, με αποτέλεσμα να τσακίζει και να σπάει. Στην περίπτωσή μου, αυτό είχε αρχίσει να συμβαίνει από τα πρώτα τρεξίματα και στις τέσσερις πλευρές. Προφανώς και δεν είναι σημαντικό, πέραν της αισθητικής, σίγουρα όμως δεν κάνει καλή εντύπωση.
Όσον αφορά το νούμερο, επιλέγετε το κανονικό σας. Η Saucony ως γνωστόν, είναι πολύ σταθερή στο sizing.

 


Σόλα και πάτημα

Η σόλα του Endorphin Pro παρέμεινε ίδια στις δύο πρώτες εκδόσεις. 35.5/27.5mm, Pebax αφρός και μία πλάκα από ανθρακονήματα, πολύ άκαμπτη και με απότομη γωνία μπροστά (Speedroll). Σαν συμπεριφορά, τα v1/2 προτιμούσαν τους πολύ γρήγορους ρυθμούς, μοιάζοντας μάλλον “ξεκούρδιστα” στους πιο αργούς. Ο Pwrrun PB δεν είχε το softness που θα περίμενε κανείς από το υλικό και τα ύψη του, ενώ έπρεπε να τον φορτίσεις αρκετά για να εμφανιστεί η ελαστικότητά του. Απ’ την άλλη, με την σωστή χρήση το παπούτσι ήταν πύραυλος. Αν το έβγαζες στις μύτες, το rocker ήταν πολύ έντονο και έδινε ένα φανταστικό και αστραπιαίο ρολάρισμα. Εν τούτοις, για την πλειονότητα των δρομέων δεν αποτελούσε επιλογή ως marathon shoe, αφού απαιτούσε δυνατά πόδια και κατάλληλο form. Κι ενώ το cushioning ήταν πολύ, έλειπε το μαλακό πάτημα που θα σου έδινε σιγουριά για τα 42Κ.

Η νέα σόλα είναι εντελώς διαφορετική, σα να φτιάχτηκε από το μηδέν. Κατ’ αρχάς, έχει ψηλώσει κατά 4mm, νούμερο διόλου ευκαταφρόνητο. Συγχρόνως, έχει φαρδύνει αρκετά παντού, οπότε έχουμε περισσότερο συνολικό όγκο αφρού απ’ όσο δείχνει η διαφορά στο ύψος. Η δε σύνθεση του Pwrrun PB είναι εμφανώς πιο μαλακή, κάτι που γίνεται αντιληπτό πιέζοντάς τον απλά με το χέρι. Φαίνεται άλλωστε και από την δομή του, αφού δεν αποτελείται πια από μικρές, ενωμένες “κυψέλες”. Η πλάκα δεν μοιάζει να έχει αλλάξει το “S” σχήμα, τουλάχιστον απ’ όσο φαίνεται σε διάφορες φωτογραφίες με την σόλα σε τομή.

Η σόλα πλέον έχει το ύψος και το softness που όλοι ζητούσαμε.

Η εξώσολα έχει κι αυτή επανασχεδιαστεί. Πλήρης κάλυψη από λάστιχο μπροστά και πολύ περισσότερο από πριν στην φτέρνα. Διαφορετικό είναι και το pattern. Όσοι έχουν τρέξει με κάποιο από τα παλιά Pro/ Speed, γνωρίζουν ότι η πρόσφυση σε βρεγμένη ή λεία επιφάνεια, ήταν το αδύνατο σημείο τους. Στο νέο μοντέλο τα πράγματα είναι σαφώς καλύτερα, αν και υπήρξαν περιπτώσεις που δεν ένοιωθα και τόσο σίγουρο το πάτημα. Από εκεί και πέρα, κάποια λείανση υπήρξε εξ αρχής στο ραβδωτό τμήμα στα δάχτυλα αλλά έχει μείνει εκεί.

Μιλώντας όμως για ανθεκτικότητα, ο σχεδιασμός έχει μία “αστοχία”. Στο πίσω τμήμα, το λάστιχο δεν καλύπτει τις άκρες της σόλας, αφήνοντας ένα χείλος εκτεθειμένου αφρού. Ως αποτέλεσμα, όσοι φορτίζουν περισσότερο την περιοχή (οι περισσότεροι heel strikers, δηλαδή) ή “σέρνουν” το πόδι τους, θα δουν άμεσα φθορά στην περιοχή.

Στη μέση ξεχωρίζει το μεγάλο κενό αφρού, όπως και μπροστά, όπου φαίνεται η θέση της πλάκας. Εξοικονομείται και αρκετό βάρος με αυτή την επιλογή. Η μεγάλη ακαμψία του forefoot είναι δεδομένη, όπως και πριν. Εκεί βασίζεται κι όλη η γεωμετρία του Pro άλλωστε, με το γνωστό πλέον Speedroll.

 

Η αίσθηση του Pro 3 στον δρόμο είναι πολύ διαφορετική από πριν. Πρώτα απ’ όλα, έχουμε πλέον ένα πολύ μαλακό παπούτσι, όπου και αν πατήσεις, όπως και αν πατήσεις. Εδώ ο Pwrrun PB έχει μεγάλη συμπίεση και το πόδι βουλιάζει ελεγχόμενα μέσα στον αφρό. Αυτό δηλαδή που περιμένεις από ένα ψηλόσολο marathon racer. Καμμία σχέση με το πολύ πυκνό cushioning των v1/2, που σε πιο αργούς ρυθμούς θα το χαρακτηρίζαμε έως και σκληρό. Σαν softness, θα έλεγα ότι βρίσκεται ανάμεσα στον ZoomX και τον FuelCell, με τον δεύτερο να είναι ο μαλακότερος όλων.

Η σύνθεση του Pwrrun PB είναι εμφανώς αραιότερη από πριν.

Ακόμη και το λάστιχο της εξώσολας έχει σχεδιαστεί ώστε να έρχεται σχεδόν “πρόσωπο” με την κυρίως σόλα και να μην φρενάρει τις ιδιότητές της. Παρά το ότι καλύπτει όλη την εμπρόσθια επιφάνεια, χωρίς να έχει και αυλακώσεις, η παρουσία του περνάει απαρατήρητη. Κι είναι κι απ’ τα λίγα που δεν ακούγονται όταν τρέχεις.

Συγχρόνως, αισθητά μεγαλύτερη είναι και η επιστροφή ενέργειας. Ενώ πριν το transition βασιζόταν αποκλειστικά στο ρολάρισμα επάνω στην πλάκα και όχι στο “γκελ” της σόλας, στο v3 έχουμε ένα πολύ bouncy πάτημα. Το πόδι παίρνει μεγάλη βοήθεια από τον αφρό και σηκώνεται εύκολα, ακόμη και σε μετρίους ή αργούς ρυθμούς. Κι όσο ανοίγεις, η ελαστικότητα μεγαλώνει. Στις προηγούμενες εκδόσεις έπρεπε να δώσεις πολύ για να πάρεις πίσω.

Ο τρόπος που δουλεύει η carbon plate δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά από πριν, απλά πλέον δεν σου την πετάει στα μούτρα. Ενσωματώνεται πολύ πιο διακριτικά στην συνολική λειτουργία της σόλας και βγαίνει μπροστά μόνο όταν της το ζητήσεις. Η επιπλέον ποσότητα υλικού αλλά και το softness του, αντισταθμίζουν την ακαμψία της πλάκας, καθώς επιτρέπουν στην μεταταρσοφαλλαγγική άρθωση να καμφθεί ελαφρώς μέσα στον αφρό. Εξακολουθεί να είναι πολύ άκαμπτο το forefoot, αφήνει όμως λίγον αέρα, τόσο ώστε να μην κουράζει το πόδι. Κι αυτό το καταλαβαίνεις κυρίως όταν πηγαίνεις πιο αργά. Συν τοις άλλοις, εδώ το rocker ξεκινάει πιο πίσω, κάνοντας αισθητά πιο αβίαστο το transition.

Πλήρης ακαμψία αλλά ο μαλακός Pebax επιτρέπει ένα flex εσωτερικά του.

 

Ωστόσο, όταν ανεβάσεις ταχύτητα, μεταφέροντας και το πάτημα λίγο πιο μπροστά, εκεί η πλάκα κάνει έντονη την παρουσία της. Η γωνία της παραμένει μεγάλη στο τελείωμα και αρκετά επιθετική, δρώντας ως μοχλός και δίνοντάς σου τελικά το πέταγμα και την προώθηση που περιμένεις από ένα super shoe. Η διαφορά όμως με πριν είναι ότι αυτό συνδυάζεται και με το bounce του Pwrrun PB, κάνοντας την απογείωση ακόμη πιο εύκολη και αποδοτική. Σφίγγει λίγο ο αφρός αλλά διατηρεί την επιστροφή για να σε βοηθήσει. Επίσης, δεν απαιτεί μηχανική και form επιπέδου σχεδόν elite, όπως συνέβαινε με τις προηγούμενες εκδόσεις. Το Pro 3 μπορούν πλέον να το πάνε γρήγορα και πολύ λιγότερο ικανοί δρομείς.

Απ’ την άλλη βέβαια, σε πολύ γρήγορους ρυθμούς, όπως π.χ. 400αριού, έχει χάσει κάτι από την αμεσότητα του παρελθόντος. Εκεί το πάτημα των Pro 1/2 ήταν πραγματικά νυστέρι. Αν εκμεταλλευόσουν και όλο το μήκος της σόλας, φτάνοντας μέχρι την άκρη της πλάκας, έπαιρνες ένα απίστευτα γρήγορο και ικανό turnover. Σαν παραδοσιακό racing flat. Επειδή όμως πρόκειται για ένα αγωνιστικό μεγάλων αποστάσεων, αυτό είναι δευτερευούσης σημασίας. Απλά το αναφέρουμε.

Όλα τα παραπάνω κάνουν το μοντέλο μακράν πιο φιλικό, εύχρηστο και τελικά ικανό για πολλά περισσότερα πράγματα. Προσωπικά, όταν έβαζα το Pro 1 σε μία γρήγορη προπόνηση, επέλεγα άλλο παπούτσι για το ζέσταμα και την αποθεραπεία. Αλλιώς με κούραζε. Αντιθέτως, με το νέο Pro έχω κάνει όλων των ειδών τις προπονήσεις. Κι ακόμη και σ’ αυτές που θεωρητικά δεν του ταιριάζουν, μπορούσε να τις “διεκπεραιώσει” μια χαρά. Μόνο οι πολύ τεμπέλικοι ρυθμοί, ήταν αυτοί που ένοιωθες την ακαμψία της carbon plate και ζητούσες κάτι πιο εύκολο στον διασκελισμό.

Με δεδομένο λοιπόν ότι μιλάμε για ένα παπούτσι που προορίζεται ουσιαστικά για μαραθώνιο και ημιμαραθώνιο, δηλαδή ρυθμούς μετρίους ή λίγο πιο γρήγορους για τον μέσο ερασιτέχνη, το Pro 3 θα βολέψει και θα υποστηρίξει ένα πολύ ευρύτερο φάσμα δρομέων. Έχει την σβελτάδα που θες όταν τα πόδια είναι δυνατά, έχει όμως και τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται, όταν το σώμα αρχίζει να κουράζεται.

Εν αντιθέσει με τα περισσότερα αντίστοιχα μοντέλα, το Saucony είναι αρκετά σταθερό και συγχωρεί το κακό form που επιφέρει η κόπωση. Η βάση έχει συνολικά φαρδύνει πολύ, με την φτέρνα και το midfoot να κάθονται σωστά επάνω της και να μην ξεχειλίζουν. Ακόμη και στις περιπτώσεις heavy heel striking, η μαλακή σόλα δεν καταρρέει και το πέλμα παραμένει σχετικά κεντραρισμένο. Πέραν του πλάτους, τα πλαϊνά έχουν και μία διαφορετική, “πομπέ” σχεδίαση, ανοίγοντας αρκετά προς τα κάτω σε σχέση με τα Pro 1/2. Προσθέστε τα ανασηκωμένα τοιχώματα στο κέντρο, αλλά και την μεγάλη κάλυψη από λάστιχο στην εξώσολα, και καταλήγουμε σε ένα αγωνιστικό μεν μοντέλο, χωρίς όμως τα “χούγια” της κατηγορίας του.

Το Pro 3 έχει ένα αρκετά φαρδύ αποτύπωμα στο πίσω μέρος.

 

Τα πλαϊνά της σόλας σηκώνονται ψηλά και περιβάλλουν το πέλμα.

Θα πω χαρακτηριστικά το εξής: ως θεατής στον πρόσφατο ΑΜΑ, σε ένα δύσκολο σημείο της διαδρομής (Φειδιππίδου), παρατηρούσα πώς πατούσαν οι δρομείς, με την κόπωση συσσωρευμένη. Όλοι, ακόμη και οι πολύ γρήγοροι, που φορούσαν Nike, Adios Pro, Metaspeed κτλ, πρήνιζαν αρκετά κι η φτέρνα τους ίσα που έμενε επάνω στην σόλα. Αντιθέτως, όσοι φορούσαν το Endorphin Pro 3 είχαν ένα εμφανώς πιο ουδέτερο πάτημα και φαινόταν ξεκάθαρα ότι το παπούτσι στήριζε σωστότερα τις καταπονημένες αρθρώσεις τους. Και αναφέρομαι σε δρομείς κάτω των 3 ωρών, στους πιο αργούς θα ήταν ακόμη πιο έντονο όλο αυτό.


Συμπέρασμα

Τα προηγούμενα Endorphin Pro ήταν πολύ γρήγορα μοντέλα, είχαν όμως αρκετά “εάν και εφόσον”. Πιο ειδικές κατασκευές και με συγκεκριμένο κοινό. Για τον μέσο δρομέα μάλιστα, δεν λογίζονταν ως παπούτσια μαραθωνίου. Τουλάχιστον εν συγκρίσει με τις υπόλοιπες, σύγχρονες προτάσεις.

Το νέο Pro αλλάζει εντελώς την σειρά. Πιάνει τα standards των αποδοτικότερων μοντέλων της κατηγορίας και μάλιστα, θέτει και καινούργια. Έχει το cushioning που θα σε βγάλει στα 42Κ, έχει το πολύ softness που όλοι επιθυμούν κι έχει και την ταχύτητα από το rebound και την γεωμετρία της carbon plate. Κι είναι και πανάλαφρο. Παράλληλα όμως, προσφέρει και την απαραίτητη σταθερότητα για να σε υποστηρίξει στα δύσκολα χιλιόμετρα του αγώνα, πράγμα στο οποίο ο ανταγωνισμός υπολείπεται, πλην του New Balance. Κι όλα αυτά συνδυασμένα με ένα πάρα πολύ καλό επάνω μέρος.

Ενώ παραμένει ένα elite – level αγωνιστικό, καταφέρνει να εκδημοκρατιστεί και να απευθυνθεί σε ένα μεγάλο φάσμα του δρομικού κοινού. Είτε από πλευράς ικανότητας, είτε βιομηχανικής. Όσον αφορά δε την πολυχρηστικότητά του, προσωπικά δεν βρίσκω κάτι που μπορώ να κάνω με το Speed και όχι με αυτό. Πλην των πολύ αργών τρεξιμάτων, όπου η nylon plate σαφώς υπερτερεί.

Η πρώτη απόπειρα της (κάθε) Saucony στην κατηγορία των racers με προηγμένο αφρό και carbon plate, ήταν λογικό να έχει κάποιες ατέλειες αλλά και έναν “πιλοτικό” χαρακτήρα. Συνήθως έτσι γίνεται με όλους και στα πάντα. Στην επόμενη προσπάθειά της όμως, μας δίνει ένα πραγματικά ολοκληρωμένο super shoe.

 

 

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Ο Νίκος Πήλικας είναι ερασιτέχνης δρομέας. Επειδή όμως δεν είναι καλός στο τρέξιμο, ασχολείται και με τα παρελκόμενα αυτού (π.χ. παπούτσια). Απ' ό,τι λένε, είναι καλύτερος σε αυτά...

9 Σχόλια

  1. Πολύ ωραία και χρήσιμη κριτική, ευχαριστούμε! Προσωπικά ήθελα να το δοκιμάσω σε κατάστημα, αλλά η πωλήτρια με αποθάρρυνε λέγοντας μου ότι αν δεν έχω ποτέ τρέξει με τέτοιου είδους παπούτσια (rocker) θα έχω πρόβλημα και δεν θα μου ταιριάξουν. Εννοείται ότι θα τα δοκιμάσω όταν ξανά βρω την ευκαιρία

  2. @desptsouk Μάλλον για την πλάκα ήθελε να πει, όχι για το rocker. Μπορεί να ισχύει κάτι τέτοιο, μπορεί όμως και όχι.
    Μόνο αν τα δοκιμάσεις θα το μάθεις. 😉

  3. Πολύ ωραία παρουσίαση και πολύ ωραίο παπούτσι. Θα το έπαιρνα για αντικατάσταση του New Balance RC Elite V2, αλλά είδα κάποια σχόλια ότι δημιουργεί τριβές στον Αχίλλειο γιατί το τακούνι έχει κλίση προς τα μέσα και επειδή είχα ένα θεματάκι εκεί με κάποια άλλα παπούτσια το απέφυγα.

  4. @tonykyr Καλημέρα, Αντώνη.
    Το έχω διαβάσει κι εγώ. Ωστόσο ξέρω πολλούς που το τρέχουν εδώ και καιρό, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα τριβών πίσω.

  5. Καλησπέρα.
    Θα ήθελα να μου πεις Echethlos αν μπορείς τη γνωμη σου για το endorphin pro 3 σε σχεση με το veporfly next% 2 για ρυθμό μαραθωνιου 5:00’/km (+- 5”). Ευχαριστώ.

  6. @dimitrisk Καλωσήρθες, Δημήτρη.

    Αναμενόμενη η ερώτηση…
    Για εμένα το VF αποδίδει καλύτερα σαν αγωνιστικό. Οριακά μεν αλλά θα ήταν η επιλογή μου μεταξύ των δύο.
    Αλλά… Για κάποιον που πατάει πολύ πίσω και βαριά ή αναζητά μια κάποια σταθερότητα, πιθανώς το Saucony να είναι καλύτερη επιλογή.
    Αν τα πράγματα στραβώσουν στον αγώνα, συγχωρεί πολύ περισσότερο από το Nike.
    Έχεις τρέξει με το VF;

  7. Καλημέρα. Ευχαριστώ για την αμεση απάντηση. Δεν εχω τρέξει με κανένα super shoe. Σχεδον ολους μου τους μαραθωνίους τους εχω τρέξει με adidas adios (απ’ το νο1 εως το 6) με πιο προσφατο το Νοεμβριο στη φλωρεντία.
    Λέω λοιπον να παω σε κατι καλύτερο μεταξύ των endorghin, vaporfly και adios pro, που θα ήταν η επόμενη μου ερώτηση για σύγκριση.

  8. @dimitrisk Είναι υποκειμενικά όλα αυτά βέβαια αλλά για εμένα σε ταχύτητα και απόδοση, το Vaporfly εξακολουθεί να μην έχει αντίπαλο. Αν και εμένα η πρώτη μου επιλογή είναι το Alphafly.
    Πολύ κοντά και το E-Pro και ίσως σωστότερο, αν ζητάς άνεση και σταθερότητα.
    Adios Pro 3 δεν έχω φορέσει.
    Όπως και να ‘χει πάντως, σε όποιο και να καταλήξεις προερχόμενος από το Adios 6, θα πεις Αλληλούια!

  9. Χίλια ευχαριστώ. Καλουύς δρόμους σε όλους και χωρις τραυματισμούς.

Αφήστε μια απάντηση