Κατηγορία: Super Trainer
Υψη σόλας: 46.5/38.5mm
Βάρος: 235 γρ.
Το Superblast μετράει μόλις δύο εκδόσεις και μάλιστα, με μικρές διαφορές μεταξύ τους. Αυτό δεν το εμπόδισε να χτίσει γρήγορα τον μύθο του, αποτελώντας σήμερα σημείο αναφοράς και μέτρο σύγκρισης στην κατηγορία των super trainers.
Το παπούτσι απαιτούσε μία περίοδο εξοικείωσης μέχρι να καταλάβεις τι ακριβώς είναι και πώς θα το αξιοποιήσεις. Αρχικά σε ξεγελούσαν τα 45mm, περιμένοντας πολύ μαλακό πάτημα και μεγάλη ελαστικότητα από τον Peba αφρό. Είναι κι ο λόγος που κάποιοι το έβρισκαν κατώτερο των προσδοκιών σε πρώτη επαφή. Παρ’ όλα αυτά, το Superblast δεν ήταν απλά ένα max cushioning trainer. Μετά από μερικά τρεξίματα καταλάβαινες ότι πρόκειται για ένα ικανότατο performance μοντέλο, που συνδύαζε και την άνεση ενός προπονητικού. Racing αφρός, χαμηλό βάρος για τις διαστάσεις του και ένα setup που του έδινε μία ισορροπία που σε λίγα μοντέλα συναντούμε. Κόντρα στο ρεύμα της εποχής, δεν ενσωμάτωνε κάποια πλάκα, λειτουργούσε όμως σαν να έχει.
Ιδανικό για μεγάλα τρεξίματα, ιδίως αν αυτά είχαν μέσα και ρυθμό, ενώ μόλις συνήθιζες τον όγκο του, μπορούσε να μπει ακόμη και στον στίβο για κομμάτια. Γενικότερα, λίγες ήταν οι προπονήσεις που το Superblast δεν μπορούσε να υποστηρίξει. Πέραν αυτού, αποτελούσε και κορυφαία επιλογή μαραθωνίου για τον μέσο (και όχι μόνο) ερασιτέχνη.
Η τρίτη του έκδοση συμπίπτει με την αλλαγή του αγωνιστικού αφρού της εταιρείας και φέρνει νέα χαρακτηριστικά. Μένει να δούμε αν αυτά βελτιώνουν ή αλλάζουν το DNA του μοντέλου. Όπως και το πού το τοποθετούν σε σχέση με το Megablast, με το οποίο δείχνει παρεμφερές στα χαρτιά.
Επάνω μέρος και εφαρμογή
Το ύφασμα του νέου Superblast ελαφραίνει σε σχέση με πριν, αποκτώντας όμως περισσότερη δομή. Κυρίως κλειστή πλέξη, με διαφορετικές ζώνες πυκνότητας και διάτρητο μόνο στο κέντρο του toe box. Περιορισμένη ελαστικότητα, λίγο τραχιά υφή και ένας μεγάλος αλλά εύκαμπτος προφυλακτήρας.


Η ύφανση διαφοροποιείται αναλόγως του σημείου.
Η σχεδίαση της γλώσσας δεν αλλάζει, αποτελούμενη από σκέτο ύφασμα. Δεν είναι όμως πολύ λεπτό και μπορεί να φιλτράρει την πίεση από τα κορδόνια. Ψηλά έχουμε δύο τμήματα από μαλακό υλικό, ενώ φέρει πολλές και μεγάλες τρύπες στο κάτω μισό της. Δύο απαλές και ελαστικές ταινίες την συνδέουν με την βάση.

Οι τρύπες στην γλώσσα είναι πολύ μεγαλύτερες σε σχέση με του SB2.

Gusseted γλώσσα, η οποία βοηθάει στην σταθερότητα.
Δομικά στοιχεία δεν υπάρχουν στο midfoot, όπως και πουθενά αλλού, με το logo να είναι απλά βαμμένο. Η διαφορά από πριν είναι ότι οι τρύπες των κορδονιών συνδυάζονται και με θηλιές.

Διαφορετικό lacing system, εξίσου αποδοτικό.

Σχετικά σκληρό κολάρο στην φτέρνα, το οποίο σηκώνεται ψηλότερα από του SB2 αλλά με μία κλίση προς τα έξω, για να μην ερεθίζει τον αχίλλειο. Πλούσιο αφρώδες εσωτερικά και ωραίο ύφασμα για άνεση.

Asics χωρίς padding στο κολάρο, δεν νοείται.
Η εφαρμογή του SB3 είναι αντικειμενικά άνετη. Για το στενότερο πόδι μου μάλιστα, περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα. Απ’ την άλλη βέβαια, θα κάτσει ιδανικά σε εκείνους με κανονικό ή φαρδύτερο.
Το toe box έχει πολύ χώρο σε ύψος και πλάτος στα μετατάρσια, δείχνοντας ότι είναι φτιαγμένο για μεγάλα τρεξίματα. Αρχικά ένοιωθα το πόδι μου να πλέει λίγο, τρέχοντας όμως δεν γινόταν πλέον αντιληπτό.


Ο προφυλακτήρας δίνει ύψος και σχήμα στο toe box.
Αυτό οφείλεται στο ότι το μεσαίο τμήμα αγκαλιάζει σωστά το midfoot και ρυθμίζεται πανεύκολα. Καλή δουλειά στο δέσιμο από τις θηλιές και άνεση από το υλικό της γλώσσας και το αφρώδες στο τελείωμα.


Πολύ απαλό ύφασμα και το padding ακριβώς όσο χρειάζεται για να μην επηρεάζει το σφίξιμο.
Συνήθως αν ένα παπούτσι κρατάει στο μέσο, κρατάει και στην φτέρνα. Έτσι κι εδώ, η περιοχή κλειδώνει χωρίς κόπο, με την επένδυση να προσφέρει την απαιτούμενη άνεση.

Στο νέο Superblast το επάνω μέρος έχει λίγο δυσκολότερο έργο από πριν, καθώς η μαλακή πλέον σόλα επιτρέπει μεγαλύτερη κίνηση του πέλματος, κάθετα και πλευρικά. Τα καταφέρνει ωστόσο πολύ καλά και οι μοναδικές φορές που ένοιωσα το upper να μην ακολουθεί, ήταν σε στροφές με γρήγορους ρυθμούς. Φυσικά αυτό έχει να κάνει με το δικό μου πόδι, αφού για κάποιον με πιο φαρδύ το παπούτσι θα είναι ιδανικό. Για να έχετε ένα μέτρο σύγκρισης, εμένα μου έρχεται γάντι η πιο κλειστή εφαρμογή του Megablast.
Σε κάθε περίπτωση, το καλούπι ταιριάζει στον προπονητικό χαρακτήρα του μοντέλου, ενώ παράλληλα το συμπαγές mesh σού επιτρέπει να το πιέσεις. Τα δε υλικά δίνουν ένα ωραίο περιβάλλον γύρω από το πόδι, οριακά πιο πλούσιο από του SB2. Μία επιφύλαξη έχω μόνο για την διαπνοή στις πολύ ζεστές ημέρες. Παρότι αρκετά λεπτό το ύφασμα, είναι πολύ πυκνό στην μεγαλύτερη επιφάνεια του.

Η ύφανση του mesh δίνει προτεραιότητα στην στήριξη.
Όσον αφορά το μέγεθος, θα έλεγα ότι είναι κανονικό. Ίσως κάποιος με πολύ στενό πέλμα να μπορούσε να κατέβει μισό νούμερο, χωρίς όμως και πάλι να είμαι βέβαιος.
Σόλα και πάτημα
Μπορεί οι αλλαγές στο επάνω μέρος να μην είναι ριζικές συγκριτικά με πριν, αυτές όμως στην σόλα συνιστούν την πρώτη ουσιαστική ανανέωση της σειράς και στην πράξη, ένα νέο μοντέλο.
Τα δύο πρώτα Superblast έφεραν τον FF Turbo αφρό (Turbo+ στο v2), μία σύνθεση από Peba που χρησιμοποιείτο και στα αγωνιστικά Metaspeed. Πιο πυκνός συγκριτικά με άλλους super foams, έδινε μία χαρακτηριστική αίσθηση στιβαρότητας και responsiveness στο μοντέλο.
Πλέον η Asics έχει στα ράφια της ένα νέο υλικό από Aliphatic TPU. Φέρει όλες τις γνωστές ιδιότητες των high end αφρών, με αυξημένη όμως ανθεκτικότητα στην κρούση με το έδαφος. Δεν “κάθεται” μετά από κάποια ώρα, για να το πούμε πιο απλά. Η εταιρεία τον ρυθμίζει αναλόγως της περίπτωσης και του τι θέλει να δώσει στην εκάστοτε σόλα. Έτσι έχουμε δύο performance αφρούς, τον racing FF Leap και τον πιο προπονητικό FF Turbo². Ο πρώτος είναι ιδιαίτερα μαλακός και απαιτεί ένα συπλήρωμα για να κοντρολαριστεί. Στα αγωνιστικά Metaspeed Tokyo (Ray, Sky, Edge) o Leap συνοδεύεται από μία carbon plate, στο Superblast 3 από έναν δεύτερο αφρό, ενώ στο Magic Speed και από τα δύο. Ο δε Turbo² είναι πιο πυκνός και συμπαγής, οπότε μπορεί να σταθεί και μόνος του, όπως για παράδειγμα στο Megablast.

Η σόλα του SB3 λοιπόν αποτελείται από FF Leap, έχοντας στο κάτω μέρος της και μία λεπτή στρώση από FF Blast+. EVA και Olefin σαν σύνθεση και αισθητά πιο σφιχτός. Αυτός ο συνδυασμός αντισταθμίζει όσο μπορεί την μεγάλη συμπίεση του Leap, δίνοντας συγχρόνως και ανθεκτικότητα. Όσον αφορά τα ύψη, έχουμε μία αύξηση του 1.5mm σε σχέση με τα v1/2.

Ο διαχωρισμός των δύο αφρών είναι εμφανής.

Περίπου στο 70/30 η αναλογία Leap και Blast.
Η βάση παραμένει πολύ φαρδιά καθ’ όλο το μήκος της, απαραίτητη προϋπόθεση για να ελεγχθεί το μέγεθος του παπουτσιού. Ιδίως τώρα που έχει μαλακώσει και υστερεί σε στιβαρότητα ο αφρός. Επιπλέον, έχει προστεθεί και ένα, τρόπο τινά, medial post. Κάτω από την καμάρα, ο Blast+ σηκώνεται ψηλότερα για να στηρίξει την όποια κλίση του πέλματος προς τα μέσα. Καθώς πρηνίζω αρκετά και αντιλαμβάνομαι ευκολότερα την σταθερότητα ενός παπουτσιού, μπορώ να πω ότι το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό δουλεύει.

Η εξώσολα διατηρεί σχεδόν το ίδιο μοτίβο κάλυψης, όπως και το εξαιρετικό ASICSGRIP λάστιχο. Άψογο κράτημα ακόμη και σε βρεγμένη επιφάνεια και μεγάλη αντοχή. Κρίνοντας από το SB2, ανησυχία δεν πρέπει να υπάρχει ούτε για τα τμήματα από εκτεθειμένο αφρό.

Επιτυχημένη συνταγή, οπότε δεν υπάρχει λόγος να την πειράξεις.
Στο πρώτο Novablast, η σχεδίαση της εξώσολας έφερε μία “νησίδα” κάτω από τα μετατάρσια, περίπου σαν ανεξάρτητο τμήμα. Λειτουργούσε όπως ένα μικρό πιστόνι, ενισχύοντας το rebound στην περιοχή. Παρότι αυτό το χαρακτηριστικό διατηρήθηκε στην πορεία και σε άλλα μοντέλα της Asics, η αίσθηση δεν ήταν ποτέ ξανά η ίδια και περνούσε απαρατήρητο. Στο SB3 δείχνει να επανέρχεται.

Η προεξοχή στο κέντρο βοηθάει στην ελαστικότητα του σημείου. Ή έτσι μου φαίνεται έστω.
Μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα, το νέο Superblast είναι ένα αρκετά διαφορετικό παπούτσι από τα προηγούμενα. Κι αυτό δεν οφείλεται στην γεωμετρία ή τις διαστάσεις, στοιχεία που παραμένουν ίδια, αλλά 100% στον Leap. Ο A-TPU δίνει ένα πολύ μαλακό πάτημα στην σόλα, όχι μόνο συγκριτικά με τον Turbo, αλλά και με τα γενικότερα στάνταρντς. Μεγάλη και ανεμπόδιστη συμπίεση, σχεδόν μέχρι να συναντήσει τον Blast+. Βασικά δεν τον καταλαβαίνεις καν τον Blast, αφού η ποσότητα του “καλού” αφρού είναι τεράστια. Την δουλειά του την κάνει όμως.
Παρά το πολύ softness ωστόσο, ποτέ δεν θα νοιώσεις ότι βρίσκεσαι στο έλεός του. Μπαίνεις μεν βαθιά μέσα στην σόλα, η ελαστικότητα όμως του Leap είναι τέτοια που σε επαναφέρει αστραπιαία. Δεν χρονοτριβείς, δεν σπαταλάς ενέργεια, δεν σε κοντράρει το παπούτσι. Το bounce είναι αισθητό και διαθέσιμο σε όποιο σημείο και αν πατήσεις, αλλά και οποιαδήποτε χρονική στιγμή της προπόνησης. Είναι το πλεονέκτημα το A-TPU που λέγαμε, διατηρώντας τις ιδιότητές του και μετά από ώρα.

Εντυπωσιακή σαν σχεδίαση η σόλα, εντυπωσιακή και σαν λειτουργία.
Αυτά τα δύο στοιχεία έλειπαν από τις προηγούμενες εκδόσεις. Max cushioning μεν αλλά “σοβαρή” συμπεριφορά, πολύ springy αλλά όχι σαν να σε πετάει επάνω. Γι’ αυτό και τα v1/2 αρκετοί τα έβρισκαν κάπως σκληρά σε αργούς ρυθμούς (δεν ήμουν από αυτούς). Πήγαιναν μεν απροβλημάτιστα, έμοιαζαν όμως σαν να σου έκαναν χάρη, περιμένοντας πότε θα ανοίξεις για να δουλέψουν όπως ήθελαν.
Αντιθέτως, το SB3 μπορεί να πάει όσο αργά θες. Δουλεύει 100% σαν απλό προπονητικό, προσφέροντάς σου όλη την άνεση και την ευκολία που απαιτείται σε τέτοια τρεξίματα. Μαλακό για να σε “νταντεύει”, ενεργητικό για να βοηθάει τα βαριά πόδια και σταθερό για να μην σε κουράζει. Κι όσο τεμπέλικα κι αν πηγαίνεις, ο Leap δείχνει την ποιότητά του.

Αν και πολύ μαλακή η φτέρνα, είναι αρκετά “χτισμένη” για όσο το δυνατόν πιο ουδέτερη προσγείωση.
Το transition είναι ένας συνδυασμός ευκαμψίας (κυρίως) και rocker. Παρά το πανύψηλο forefoot, η αραιή ρύθμιση του αφρού επιτρέπει ένα μακρύ flex point, το οποίο αρχίζει και νωρίς. Η δε γωνία ξεκινάει αργά και γίνεται πιο απότομη στο τελείωμα. Σε χαμηλές ταχύτητες είναι πιο διακριτική, σίγουρα όμως βοηθάει. Σε κάθε περίπτωση, το παπούτσι ρέει πολύ ομαλά και αβίαστα για τόσο μεγάλο όγκο.

Δεν θα περίμενες τόση ευκαμψία από 38.5 χιλιοστά σόλας.

Late stage rocker, το οποίο γίνεται πιο αισθητό όταν ανοίξεις ρυθμό και βγεις πιο μπροστά.
Η σταθερότητα χαρακτήριζε ανέκαθεν τα Superblast, κάτι που ισχύει κι εδώ. Όχι ακριβώς όσο πριν, προφανώς λόγω της σύστασης της σόλας. Παρά όμως την τεράστια ποσότητα μαλακού αφρού, το μεγάλο πλάτος της βάσης καταφέρνει να τον διαχειριστεί. Πάντα βρίσκεσαι επάνω της και ποτέ εκτός, ακόμη και σε κλειστές στροφές. Βοηθάει φυσικά κι ο Blast σε αυτό, όπως βέβαια και τα πολύ ψηλά πλαϊνά εκατέρωθεν, τα οποία ξεκινούν από την φτέρνα και εγκλωβίζουν το πέλμα.


Μπροστά διατηρείται το πελώριο flare, δηλαδή το άνοιγμα της σόλας προς τα έξω. Είναι ο τρόπος για να εξισορροπηθούν τα 38mm μαλακού Leap και να βγει μία ικανή απογείωση. Όχι τόσο ευθύβολη όσο πριν, ωστόσο απροβλημάτιστη.

Εντυπωσιακό το αποτύπωμα της σόλας και απαραίτητο για να ελεγχθεί το ύψος της.
Το νέο μοντέλο κερδίζει ένα φάσμα ρυθμού που δεν το είχε πριν. Ή τέλος πάντων δεν το είχε σε τέτοιο βαθμό. Το ερώτημα είναι αν αυτό έχει κάποιο αντίτιμο και κάτι άλλο θυσιάζεται. Η απάντηση είναι πως ναι.
Αυτό που εξ αρχής ξεχώρισε το Superblast από τα υπόλοιπα προπονητικά ή αντιστοίχου μεγέθους μοντέλα, ήταν η ευκολία του στο να αλλάζει ταχύτητες. Ταχύτητες, όχι απλά ταχύτητα. Μόλις συνήθιζες τον όγκο του, μπορούσες να κατέβεις σε ρυθμούς που θα εμπιστευόσουν μόνο καθαρά performance κατασκευές. Ακόμη και σε στίβο έμπαινε. Κι αυτό οφείλετο κυρίως στον συμπαγή Turbo και την ικανότητά της σόλας να περνάει κάτω την δύναμη, χωρίς ασάφεια και παραμόρφωση.
Πλέον η συνθήκη αυτή δεν ισχύει, ή έχει έστω μετριαστεί, καθώς ο Leap είναι πολύ μαλακός και με μεγάλη διαδρομή. Ο χαρακτήρας έχει γίνει περισσότερο cruising και στοχευμένος, κινούμενος σε ένα εύρος μέχρι περίπου το half marathon pace. Ιδανικό σημείο το marathon pace, κατ’ εμέ τουλάχιστον. Εκμεταλλεύεσαι την επιστροφή ενέργειας και το, ακόμη χαμηλότερο από πριν, βάρος του, κυρίως όμως την ευκολία που σου προσφέρει η τόσο άνετη αίσθηση από μία τέτοια σόλα. Κλειδώνεις στον ρυθμό και πας “για πάντα”.

Το μέγεθος της φτέρνας απαιτεί κάποια εξοικείωση.
Αυτό που υστερεί κυρίως, είναι στην αλλαγή ρυθμού. Του λείπει η αμεσότητα και το kick όταν το φορτίσεις απότομα. Εκεί φαίνεται η έλλειψη μιας πλάκας ή του άκαμπτου forefoot των προηγουμένων εκδόσεων. Παρ’ όλα αυτά, αν επιμείνεις λίγο και μείνεις στον ρυθμό, αρχίζει να ανταποκρίνεται και τον κρατάει. Και πάλι όμως, δεν δίνει την αίσθηση που θες, ούτε και μπορείς να πας τόσο χαμηλά όσο πριν. Θα έλεγα ότι το παπούτσι σχεδόν τελειώνει εκεί που ξεκινούσαν τα SB1/2.

Παρά το πολύμεγάλο αποτύπωμα της σόλας, το toe off έχει μία ασάφεια όταν κινηθείς πολύ γρήγορα.
Το θέμα είναι αν αυτή η μεταμόρφωση του μοντέλου αποτελεί μειονέκτημα. Κατ’ εμέ λοιπόν, όχι μόνο δεν αποτελεί κάτι τέτοιο αλλά ήταν και επιβεβλημένη, δεδομένης της ύπαρξης του Megablast. Πρώτον, διότι όλα αυτά που έκανε το Superblast 2, τα κάνει τώρα το Megablast και μάλιστα, πολύ καλύτερα. Ακριβώς ίδιος χαρακτήρας αλλά ενισχυμένος. Δεύτερον, διότι η κατά τα τ’ άλλα τεράστια γκάμα της Asics, δεν διέθετε μέχρι τώρα ένα max cushioning/max softness μοντέλο (εννοείται πως το Nimbus δεν είναι τέτοιο). Οπότε, το SB3 είναι ακριβώς αυτό που έλειπε. Αν συνυπολογίσουμε και το plated Sonicblast, δεν υπήρχε κανένας λόγος για μία ακόμη πρόταση με έμφαση στο performance, αλλά την άνεση. Και το νέο Asics είναι μία ακριβώς τέτοια περίπτωση.

Γι’ αυτό λοιπόν, αν έκανα εγώ το branding της εταιρείας, θα ονόμαζα Superblast 3 το Megablast και το νέο SB κάπως αλλιώς. Και τότε θα ήταν απόλυτα ξεκάθαρα τα πράγματα, νομίζω. Δεν πειράζει όμως, γι’ αυτό είμαστε εδώ, για να τα ξεκαθαρίζουμε.

Το παπούτσι είναι ένα από τα 2-3 κορυφαία trainers που κυκλοφορούν αυτή την στιγμή, έχοντας και το πλεονέκτημα του βάρους, εκτός φυσικά του εξαιρετικού αφρού. Πάει άνετα σαν απλό καθημερινό αλλά εκεί που ξεχωρίζει είναι στα μεγάλα τρεξίματα. Απίστευτα ξεκούραστο, λειτουργικό για οποιοδήποτε στυλ πατήματος και πολύ φρέσκα πόδια. Κι αν βάλεις μέσα και κάποιο κομμάτι με ρυθμό, γίνεται ακόμη πιο απολαυστικό. Για όλα αυτά προφανώς, αποτελεί από τις καλύτερες επιλογές ως marathon shoe για τον μέσο ερασιτέχνη.
Συμπέρασμα
Το Aliphatic TPU, είτε ως Leap είτε ως Turbo², δίνει την δυνατότητα στην Asics να κάνει πολύ ωραία πράγματα στις σόλες της. Ιδίως ο πρώτος, φέρνει χαρακτηριστικά που έως τώρα μάλλον έλειπαν από την γκάμα της, δηλαδή το softness και το έντονο bounce. Κι έχει βρει και τις αναλογίες για να τα κάνει απόλυτα λειτουργικά και αποδοτικά.
Η σειρά Superblast μάς δίνει ένα ακόμη ξεχωριστό μοντέλο. Διατηρεί το versatility που την χαρακτήριζε, μετατοπίζοντάς το όμως προς την πιο προπονητική πλευρά του φάσματος. Κρατάει ωστόσο και μέρος της άλλης. Κατά την γνώμη μου μάλιστα, αυτή η διαφοροποίηση θα ικανοποιήσει μεγαλύτερο κοινό από πριν. Αν πάλι είστε από τους σκληροπυρηνικούς fans των πρώτων εκδόσεων, υπάρχει πάντα η επιλογή του ακόμη καλύτερου Megablast.