Κατηγορία: Racer
Υψη σόλας: 40/34mm
Βάρος: 150 γρ.
Η TYR είναι μία αμερικανική εταιρεία με ιστορία τεσσάρων δεκαετιών. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, καθώς η παρουσία της στην κολύμβηση, το τρίαθλο αλλά και το crossfit είναι πολύ ισχυρή.
Πριν δύο χρόνια έκανε και την πρώτη της ουσιαστική απόπειρα στον χώρο του running, με τα Valkyrie Speedworks και Elite Carbon. Τα παπούτσια ήταν πολύ καλά, χωρίς μάλιστα να τα κρίνουμε με επιείκεια λόγω πρώτης προσπάθειας. Πάτησε κατά γράμμα στην συνταγή “super foam – carbon plate”, χωρίς επισφαλείς πειραματισμούς, και τελικά συστήθηκε στο δρομικό κοινό. Ακολούθησε το προπονητικό Maverick, το οποίο είχε επίσης πολύ θετικές κριτικές, αν και δεν είχα την ευκαιρία να το δοκιμάσω.
Πετυχημένα πρώτα βήματα λοιπόν για την εταιρεία, αλλά η συνέχεια είναι πάντα το δυσκολότερο κομμάτι. Πώς δηλαδή θα μετατρέψεις ένα υποσχόμενο ντεμπούτο σε σταθερή παρουσία και τελικά σε καθιέρωση. Ιδίως όταν την τελευταία διετία ο χώρος των racers έχει αλματώδη εξέλιξη και πολλές προτάσεις.
Για να είμαι ειλικρινής, περίμενα ότι η TYR θα πήγαινε σε μία “ασφαλή” σχεδίαση, αφενός για να διατηρήσει την παρουσία της στην δρομική αγορά, αφετέρου για να έχουν μία αγωνιστική επιλογή οι τριαθλητές της. Τελικά αποδεικνύεται πως η εκτίμησή μου δεν θα μπορούσε να πιο λανθασμένη.
Επάνω μέρος και εφαρμογή
Το νέο Valkyrie Elite εντυπωσιάζει αμέσως με την εμφάνισή του. Και δεν αναφέρομαι στον χρωματισμό, ως fan του clear white γενικότερα, αλλά την επιλογή του υλικού. Το SPDWEAVE mesh είναι κυριολεκτικά αόρατο, θυμίζοντας περισσότερο μεμβράνη παρά ύφασμα. Από τα 2-3 λεπτότερα διχτυωτά που υπάρχουν, αν όχι το λεπτότερο. Ωστόσο η κατασκευή του είναι αρκετά structured σαν δομή, αποτελούμενη από συνθετικά και ανελαστικά νήματα, με μία σχεδόν πλαστική υφή. Ωραία λεπτομέρεια η ιριδίζουσα απόχρωση που έχουν τα νήματα κάτω από το φως.

Το Spdweave είναι τόσο λεπτό που καταλήγει εντελώς διαφανές.

Οι διάσπαρτοι χρωματισμοί στην ύφανση δίνουν έναν ιριδισμό ανάλογα με την γωνία θέασης.
Το mesh υποστηρίζεται από έναν μεγάλο και άκαμπτο προφυλακτήρα, κάτι που δεν συνηθίζεται στα αγωνιστικά μοντέλα. Εδώ όμως κρίνεται απαραίτητο, τόσο για θέμα ανθεκτικότητας στα δάχτυλα, όσο και κρατήματος.

Το μεσαίο τμήμα ενισχύεται από κάποια εσωτερικά δομικά στοιχεία, ιδίως χαμηλά όπου το upper στρεσάρεται περισσότερο. Το πλαίσιο των τρυπών είναι από σκληρό πλαστικό και παίρνει όλη την τάση του δεσίματος.

Τα περιμετρικά underlays χαμηλά δένουν το ελαφρύ mesh.
Η ανεξάρτητη γλώσσα αποτελείται από λεπτό και απαλό ύφασμα, έχοντας στο τελείωμα μία στρώση επιπλέον υλικού. Εντελώς racing, χωρίς καθόλου αφρώδες.

Στο πίσω μέρος η κατασκευή θυμίζει πιο πολύ spikes παρά distance racer. Εντελώς εύκαμπτο κολάρο και μία λεπτή επένδυση μαλακού υφάσματος, απλά για να αποφεύγονται οι όποιες τριβές. Τίποτε άλλο.


Το επάνω μέρος του Elite αποδεικνύεται πολύ μελετημένο και στοχευμένο. Παίρνει το ελάχιστο δυνατό βάρος από το mesh, συνδυάζοντάς το όμως με κάποιες ενισχύσεις για να είναι λειτουργικό και να μπορεί να υποστηρίξει τους ρυθμούς που έχει το παπούτσι.
Παρότι δεν του φαίνεται, το toe box έχει έναν σχετικό αέρα, όντας και στρογγυλεμένο στο τελείωμά του. Φοβόμουν αρχικά τον άκαμπτο προφυλακτήρα αλλά τελικά δεν τον κατάλαβα ποτέ. Θεωρώ ότι κάποιος με κανονικό πέλμα δεν θα έχει πρόβλημα χώρου μπροστά.

Μπροστά δεσπόζει ο τεράστιος προφυλακτήρας, ο οποίος κρατάει το ελαφρύ διχτυωτό.
Στο midfoot η γραμμή γίνεται εντελώς αγωνιστική. Σφίγγεις απλά τα μαλακά, οδοντωτά κορδόνια και το ύφασμα παίρνει το σχήμα του ποδιού σου. Καμμία πίεση στην ράχη, παρά την γυμνή γλώσσα, η οποία όμως είναι κοντή. Αν χρησιμοποιήσεις τις έξτρα τρύπες, το μήκος της είναι οριακό. Απ’ την άλλη, κρατάει το σχήμα της και στρώνει σωστά επάνω στο πόδι.


Λειτουργικό lacing system και σωστή επιλογή της επένδυσης στο επάνω μέρος της γλώσσας.
Το κολάρο είναι σαν να μην υπάρχει. Γίνεται ένα με την φτέρνα, απαιτώντας όμως αρκετό σφίξιμο. Καμμία κάθετη μετατόπιση του πέλματος, ωστόσο σε πιο κλειστές στροφές νοιώθεις ότι η minimal σχεδίαση πιέζεται από τις πλευρικές δυνάμεις.

Να σημειώσω ότι στο πρώτο τρέξιμο είχα έναν ερεθισμό στον αχίλλειο από το λεπτό τελείωμα του κολάρου. Από εκεί και μετά όμως, σαν να μαλάκωσε και δεν με ενόχλησε ξανά.
Παρά την πανάλαφρη κατασκευή του, το επάνω μέρος κρατάει αρκετά καλά και υποστηρίζει τις δυνατότητες της σόλας. Το mesh είναι στιβαρότερο απ’ όσο δείχνει, βοηθούμενο κι από τα δομικά στοιχεία. Δεν έχει κανένα πρόβλημα στον στίβο και τα βιράζ και θα στρεσαριστεί μόνο στις απότομες στροφές σε δρόμο. Σαν pure racer, σίγουρα δεν απευθύνεται σε εκείνους με πολύ φαρδύ ή ογκώδες πέλμα, όλοι οι υπόλοιποι όμως θα βολευτούν εύκολα.

Το πλαίσιο από άκαμπτο πλαστικό είναι αυτό που κρατάει όλη την τάση του δεσίματος.
Σχετικά με την διαπνοή δεν χρειάζεται να πούμε κάτι, αφού το mesh είναι κυριολεκτικά αραχνοΰφαντο. Φορέθηκε σε ημέρες με πολλή ζέστη και υγρασία και ανταποκρίθηκε άψογα.

Η διαφάνεια του υφάσματος θυμίζει ριζόχαρτο.
Σαν μέγεθος είναι απολύτως κανονικό. Παρ’ όλα αυτά, στην TYR υπάρχει αναντιστοιχία στο sizing μεταξύ EU και US, με το πρώτο να είναι μισό κάτω. Γι’ αυτό επιλέξτε βάσει αυτού που κανονικά φοράτε σε US.
Σόλα και πάτημα
Κι εδώ αρχίζουν τα ωραία. Πρώτα απ’ όλα, ο αφρός. Η TYR επιλέγει από το πάνω ράφι και χρησιμοποιεί ό,τι καλύτερο διαθέτει η χημική βιομηχανία αυτή την στιγμή. Ο HyperLaunch είναι από supercritical Aliphatic TPU, μία σύνθεση που χαρακτηρίζεται από ελαστικότητα αλλά και responsiveness, ανθεκτικότητα της συμπεριφοράς του υλικού και πολύ χαμηλό βάρος. Μονόδρομος κατά την γνώμη μου, αν το πρωταρχικό ζητούμενο είναι η ταχύτητα.

Η σόλα είναι ιδιαίτερη και το δείχνει.

Χαρακτηριστική όψη A-TPU.
Ανάμεσα στις δύο στρώσεις αφρού έχουμε την carbon plate, με μία μακριά και πολύ απότομη γωνία από το μέσο και μετά. Πέφτει χαμηλά στα μετατάρσια και σηκώνεται ψηλά στα δάχτυλα. Στο μέσο της έχει ένα μεγάλο κενό, το οποίο αποσκοπεί στο να της δώσει μια ελάχιστη ευκαμψία. Όπως έχουμε ξαναπεί, βλέπουμε τελευταία πως η παλαιά θεώρηση περί απόλυτης ακαμψίας των πλακών μάλλον αναθεωρείται και οι σχεδιαστές επιλέγουν να δώσουν ένα αρχικό flex για αποδοτικότερη φόρτιση.


Στο σχέδιο φαίνεται η έντονη κούρμπα της πλάκας.
Εκτός αυτού, η πλάκα μοιάζει να επεκτείνεται και πέραν του τελειώματος της σόλας, θυμίζοντας την σχεδίαση του Puma Fast-R. Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό ισχύει 100%, ούτε έχουμε κάποια πληροφόρηση από την εταιρεία, ωστόσο οπτικά, αλλά και σαν αίσθηση στον δρόμο, δείχνει να είναι έτσι.

Η σόλα του Valkyrie Elite χαρακτηρίζεται από το κενό στο μέσο της, το οποίο την χωρίζει σχεδόν σε δύο τμήματα. Αναγκαστικά θα κάνουμε κι εδώ τον παραλληλισμό με το Puma, παρόλο που στο TYR είναι πολύ πιο ήπιο και η φτέρνα μακράν πιο γεμάτη. Η φιλοσοφία όμως είναι αντίστοιχη, όπως θα δούμε.

Η εξώσολα είναι απόλυτα αγωνιστική, με κάλυψη από πολύ μαλακό και λεπτό λάστιχο μόνο μπροστά, χωρίς κιόλας να είναι ενιαίο. Πίσω είναι υποτυπώδες. Η πρόσφυση είναι πολύ καλή, σε άσφαλτο και ταρτάν, ενώ μετά από ~40 χιλιόμετρα δεν υπάρχει πουθενά φθορά. Ούτε και στο τμήμα με τον εκτεθειμένο αφρό.


Τα κενά ανάμεσα στο λάστιχο εξοικονομούς βάρος και δίνουν καλύτερο grip.
Αν το πρώτο Valkyrie Elite προσανατολιζόταν στην σταθερότητα, την ευκολία και την προβλεψιμότητα, το νέο μοντέλο έχει έναν και μόνο στόχο: την απόλυτη ταχύτητα. Το φωνάζει με την εμφάνισή του, το φωνάζει κι από τα πρώτα ήδη μέτρα.
Κατ’ αρχάς, το βάρος του. Τα 150 γραμμάρια το τοποθετούν πίσω μόνο από το Adidas Evo 3, με την αμφιλεγόμενη αντοχή του αφρού, και το Asics Metaspeed Ray. Πάντα μιλώντας για super shoes. Προσωπικά πάντως, είναι το ελαφρύτερο παπούτσι που έχω δοκιμάσει και παρότι γενικά δεν είμαι “ευαίσθητος” στο θέμα του βάρους, εδώ η αίσθηση ήταν αναμφισβήτητα εντυπωσιακή.

Νο 45.
Σαν ρύθμιση ο HyperLaunch είναι πολύ μαλακός στην φτέρνα και υποχωρεί εύκολα μόλις φορτιστεί. Σε αυτό συμβάλλει και η μικρή επιφάνεια επαφής με το έδαφος, αφού τα λοξά κοψίματα στο μέσο και πίσω, διευκολύνουν κι άλλο την συμπίεση.
Αντιθέτως, στα μετατάρσια η σόλα έχει πιο συμπαγή και ελεγχόμενη συμπεριφορά. Παίζει φυσικά ρόλο και η θέση της πλάκας. Παραμένει κι εκεί όμως ιδιαίτερα απορροφητική. Εμένα μάλιστα, το ύψος μου μοιάζει λίγο παραπάνω από τα επίσημα 34 χιλιοστά.

Παρά το ύψος του, το forefoot δεν χάνει σε αίσθηση και πληροφορία.
Ο A-TPU είναι πολύ δυναμικός και ελαστικός, το γνωρίζουμε αυτό και από άλλες εφαρμογές του. Του δίνεις και σου επιστρέφει, χωρίς καθόλου καθυστέρηση και άσκοπη βύθιση. Αυτό όμως που ξεχωρίζει την σόλα του Valkyrie είναι η γεωμετρία της μετά το μέσο. Η σχεδίαση της πλάκας και το μακρύ rocker δίνουν μία χαρακτηριστική προώθηση προς τα εμπρός. Δεν είναι ακριβώς πέταγμα, παρά το δεδομένο bounce του αφρού, ούτε και απλά ρολάρισμα από την μεγάλη γωνία. Είναι ένας συνδυασμός στοιχείων που σε βγάζει αστραπιαία μπροστά και κυρίως, μακριά. Για να το πούμε αλλιώς, το επίπεδο της μόχλευσης αυξάνει το βεληνεκές σου.

Η εικόνα μιλάει από μόνη της.
Για να δουλέψει σωστά το παπούτσι παρ’ όλα αυτά, προϋπόθεση είναι να απεμπλέξεις το πίσω μέρος. Δεν εννοώ φυσικά να μην ακουμπάει καθόλου, αλλά η φόρτιση να είναι στα μετατάρσια. Η φτέρνα είναι πολύ μαλακή και σχεδόν τερματίζει, αν προσγειωθείς βαριά επάνω της. Σε συνδυασμό λοιπόν με το κενό στο μέσο, νοιώθεις τελικά το drop έως και αρνητικό. Αφενός η αίσθηση είναι περίεργη, αφετέρου το transition καθυστερεί αρκετά. Δεν είναι σχεδιασμένο να δουλεύει με καθαρό heel striking, αφού έτσι το βραχυκυκλώνεις και χαλάς την γεωμετρία του. Συν ότι νοιώθεις σαν να υπάρχει ένα “σκαλοπάτι” στο midfoot.

Πατώντας λοιπόν “γεμάτα” ή πιο μπροστά, ο χαρακτήρας του Valkyrie είναι από τους πιο επιθετικούς και efficient που εγώ προσωπικά έχω δοκιμάσει. Πολύ άμεσο και με γρήγορο turnover, επιβραβεύει τα γυμνασμένα πόδια και το καλό form. Στην αρχή δε των προπονήσεων, όπου ήμουν πιο ξεκούραστος και μπορούσα να πατήσω ακόμη πιο μπροστά, το toe off ήταν λες και κλωτσούσα. Έχει ένα sweet spot, εκεί ακριβώς που αρχίζει να σηκώνεται η πλάκα. Παίρνεις ταυτόχρονα το γκελ του HyperLaunch μαζί με την τεράστια γωνία του rocker που σε τοποθετεί αμέσως σε θέση απογείωσης. Παρά τα 34mm, η σόλα δεν στρεβλώνει όση δύναμη και να βάλεις, βγάζοντάς την ατόφια στο έδαφος και χωρίς καμμία ασάφεια. Και το σημαντικότερο, χωρίς να καταλαβαίνεις τους κραδασμούς.

Rocker γκρεμός!
Με το Valkyrie οι ρυθμοί μπορούν ξεφύγουν χωρίς να το καταλάβεις. Δεν είναι μόνο το ότι σε ωθεί να πας πιο γρήγορα, είναι και το ότι αυτό γίνεται χωρίς να νοιώθεις την επιπλέον προσπάθεια. Όλες μου οι προπονήσεις ήταν πιο κάτω από το προβλεπόμενο, αρκετά κιόλας, με το effort όμως να είναι τελικά αυτό που έπρεπε. Για να το πούμε απλά, το παπούτσι “σού δίνει”. Εν τούτοις, θέλει μία κάποια προσοχή και εξοικείωση στην αρχή, αλλιώς μπορεί να βγεις υπερβολικά εκτός ρυθμού.

Όσον αφορά την προεξοχή στο τελείωμα, δεν μπορώ να την απομονώσω και να πω αν συνεισφέρει, αυξάνοντας το μήκος του διασκελισμού, καθώς θεωρώ πώς εντάσσεται στην γενικότερη αρχιτεκτονική της πλάκας. Άλλωστε μικρή σημασία έχουν τα επί μέρους, το τελικό αποτέλεσμα κρατάμε.

Το TYR έχει οποιονδήποτε ρυθμό, από 3Κ έως και ημιμαραθώνιο. Τρομερά ικανό και αποδοτικό παντού. Για τα 42Κ κρατάω μία μικρή επιφύλαξη υπό συνθήκες κι αυτό για τους λόγους περί μηχανικής που ανέφερα παραπάνω. Η φτέρνα του δεν προσφέρει την ασφάλεια που θες, αν τα πράγματα δεν πάνε όπως τα σχεδίαζες και χρειαστείς μία έξτρα υποστήριξη από το παπούτσι. Θέλει form για να λειτουργήσει κι αν αυτό χαθεί, το Valkyrie δεν έχει plan B. Έτσι όμως είναι τα καθαρόαιμα, η φιλικότητα μπαίνει στην άκρη χάριν της ταχύτητας.

Στα μετατάρσια η πλάκα κατεβαίνει πολύ χαμηλά και κρατάει την γωνία του rocker.
Ωστόσο, αν διατηρώντας μία midfoot προσγείωση θελήσεις (όχι αναγκαστείς) να κινηθείς και πιο αργά, το παπούτσι σ’ το επιτρέπει. Είναι πιο άνετο απ’ όσο θα περίμενες, έχοντας και το μαλακό cushioning από τον αφρό. Δεν λέω ότι θα το επιλέξεις για easy runs, μπορεί όμως να “ανεχθεί” κάποια πιο αργά κομμάτια της προπόνησής σου.

Η σταθερότητα δεν είναι από τα δυνατά του στοιχεία, πράγμα αναμενόμενο. Δεν είναι απαγορευτικά στενό πίσω, το κενό όμως αμέσως μετά δεν βοηθάει αν η άρθρωση κουραστεί και χρειάζεται στήριξη. Ούτε και η μαλακή φτέρνα. Εν πάση περιπτώσει, τέτοια χαρακτηριστικά περνούν σε δεύτερη μοίρα, όταν μιλάμε για αυτού του είδους τα αγωνιστικά.


Η άδεια καμάρα δεν βοηθάει σε περιπτώσεις πρηνισμού ή αδύναμης ποδοκνημικής.
Κλείνοντας, δεν γίνεται να αποφύγω μία συνοπτική σύγκριση με το Fast-R 3, αφού τα δύο μοντέλα είναι πολύ κοντινά σαν υλικά και σχεδόιαση. Θα έλεγα ότι το Puma είναι οριακά πιο γρήγορο, λόγω του πιο responsive forefoot και της μακρύτερης επέκτασης της πλάκας. Το αισθάνεσαι λίγο πιο άμεσο στην απογείωση. Από την άλλη, το Valkyrie έχει το bonus του βάρους, αυτό όμως που θα εκτιμηθεί κυρίως, είναι το πιο γεμάτο cushioning μπροστά. Χωρίς να είχα ποτέ πρόβλημα με το Fast-R, εδώ θεωρώ πως σου δίνει μεγαλύτερη σιγουριά στις παρατεταμένες προσπάθειες, χωρίς μλαλιστα παραχωρήσεις στην απόδοση. Το ίδιο ισχύει και για την φτέρνα, όπου στο TYR είναι αισθητά πιο ασφαλής και φιλική. Ή λιγότερο απαγορευτική, αν προτιμάτε. Όσοι με γνωρίζουν ή με διαβάζουν, θα ξέρουν ότι θεωρώ το Fast-R 3 την απόλυτη μηχανή παραγωγής ταχύτητας. Οπότε και μόνο η σύγκριση μαζί του, λέει πολλά για το επίπεδο του TYR.
Συμπέρασμα
Το Valkyrie Elite v2 είναι το απόλυτο “underdog” στην κατηγορία των αγωνιστικών μοντέλων. Αναγνωρίσαμε την προσπάθεια της εταιρείας με το original, της είπαμε μπράβο σαν πρώτη απόπειρα, δυόμισι χρόνια όμως μετά την είχαμε σχεδόν ξεχάσει. Κι έρχεται τώρα με αυτό εδώ το παπούτσι και μπαίνει δικαιωματικά στο club με τα κορυφαία racers. Μιλάμε για ένα club με 4-5 μέλη, όχι περισσότερα. Κατά την γνώμη μου πάντα.
Κορυφαίος αφρός, γεωμετρία – καταπέλτης και βάρος που επιτυγχάνεται χωρίς εκπτώσεις σε άλλους τομείς. Σίγουρα δεν είναι το πιο φιλικό παπούτσι, ούτε και απευθύνεται σε όλους. Κι έχει και προϋποθέσεις για να αποδώσει όπως σχεδιάστηκε. Έτσι συμβαίνει όμως πάντα όταν στοχεύεις το απόλυτο.