Κατηγορία: Performance Trainer
Υψη σόλας: 40/36mm
Βάρος: 215γρ.
To SuperComp Trainer παρουσιάστηκε το 2022 και ήταν το δεύτερο μοντέλο της αγοράς με σόλα που ξεπερνούσε τα 40mm (47/39mm). Το πρώτο ήταν το Adidas Prime X. Στην πραγματικότητα είχε προηγηθεί και των δύο το Nike Tempo Next%, αλλά κανείς τότε δεν είχε αντιληφθεί και ασχοληθεί με τις διαστάσεις του. Πέραν του εξωπραγματικού για την εποχή ύψους του, το μοντέλο της New Balance ήταν ένα πραγματικό εργοστάσιο τεχνολογιών. Εντυπωσιακή συμπεριφορά στον δρόμο, παρά το μεγάλο βάρος του, όντας μάλιστα και η χαρά του heel striker. Ένα super trainer πριν την εποχή των super trainers. Ακολούθησαν άλλες δύο εκδόσεις του, με την τρίτη να παραμένει δύο χρόνια στην αγορά.
To FuelCell Rebel απ’ την άλλη ήταν ένα σαφώς πιο παραδοσιακό παπούτσι. Ξεκίνησε το 2019 σαν ημιαγωνιστικό και από το v2 και μετά εξελίχθηκε σε ένα performance trainer. Πανάλαφρο, μαλακό και versatile, μπορούσες να κάνεις εύκολα από easy runs μέχρι κομμάτια. Από τους τελευταίους των Μοϊκανών, με νορμάλ ύψη, χωρίς πλάκα και ωραίο μέσα στην απλότητά του.
Κι έτσι προέκυψε το love child αυτών των δύο, το SuperComp Rebel. Μπερδεύει λίγο το όνομα μέχρι να το συνηθίσεις, ωστόσο περιγράφει απόλυτα το μοντέλο και τις καταβολές του.
Επάνω μέρος και εφαρμογή
Η Νew Βalance επιλέγει μία πιο “sneakerοειδή” εμφάνιση για το παπούτσι, η οποία ενώ δίνει ένα πολύ όμορφο αισθητικό αποτέλεσμα, δεν υστερεί και σε δρομικό χαρακτήρα. Ίσα ίσα, το αντίθετο.
Πολύ λεπτό και ανοιχτό engineered mesh, αρκετά structured όμως και ανελαστικό. Μικρός προφυλακτήρας αλλά μετρίας ευκαμψίας.


Αν και δεν φαίνεται, η ύφανση είναι αρκετά ανοιχτή. Τα νήματα είναι λεπτά αλλά και πολύ ενισχυμένα.
Το μεσαίο τμήμα δομείται σε ασυνήθιστο βαθμό. Η FantomFit σχεδίαση τοποθετεί ένα “πλέγμα” από TPU overlays από εμπρός μέχρι πίσω, τα οποία είναι σαν από λεπτό πλαστικό. Μαζί και κάποια υφασμάτινα underlays, συν τα logos σε κάθε πλευρά. Θωρακισμένο το upper.

Ένα εκτεταμένο exoskeleton από δομικά στοιχεία, συν το παχύ logo.

Η γλώσσα δεν έχει αφρώδες, όμως οι δύο στρώσεις υφάσματος είναι παχιές. Τα λεπτά και φλατ κορδόνια δεν περνούν καμμία πίεση στο πόδι. Δύο λεπτές κι ελαστικές ταινίες την συγκρατούν στην θέση της.


Το κολάρο έχει μέτρια ακαμψία, με το σκληρότερο κομμάτι να περιορίζεται στον Αχίλλειο. Επαρκής επένδυση μαλακού υλικού και ωραίο ύφασμα εσωτερικά.

Η ποσότητα του padding ισορροπεί μεταξύ performance και trainer.
Τα μοντέλα της ΝΒ χαρακτηρίζονταν ανέκαθεν τους από την ευρυχωρία τους. Για το ελαφρώς στενότερο του κανονικού πόδι μου, ήταν περισσότερο άνετα απ’ όσο θα ήθελα. Ιδίως τα performance. Οπότε τα καλά νέα για το παπούτσι ξεκίνησαν με το που το φόρεσα.
Ο χώρος στα μετατάρσια είναι πλέον στον μέσο όρο της κατηγορίας, αν και στα δάχτυλα κλείνει κάπως απότομα. Εμένα μου ήρθε γάντι, χωρίς καμμία μετατόπιση και απόλυτη σιγουριά στην απογείωση. Βέβαια, κάποιος με φαρδύ πέλμα ίσως έχει θέμα. Δεν βοηθάει και το στιβαρό ύφασμα που δεν ακολουθεί την κίνηση.

Στο μέσο το παπούτσι κουμπώνει κυριολεκτικά στο πόδι σου. Σωστό καλούπι αλλά η δουλειά γίνεται κυρίως από τα δομικά στοιχεία, μέσα έξω. Δεν τα καταλαβαίνεις αλλά είναι εκεί σαν πανοπλία. Το δέσιμο δεν απαιτεί τάση, το απλό lacing system ρυθμίζεται εύκολα και η γλώσσα κάθεται ωραία στην ράχη του ποδιού. Άψογο κράτημα.

Η ακαμψία των πλαϊνών δίνει μεγάλη σταθερότητα στο midfoot.
Σωστή και πίσω η σχεδίαση, με την φτέρνα να κλειδώνει αμέσως. Το περιμετρικό αφρώδες είναι ακριβώς τόσο, ώστε να δίνει άνεση στην περιοχή αλλά χωρίς να επηρεάζει το κράτημα.

Εξαιρετικό το επάνω μέρος συνολικά, όπως ακριβώς ταιριάζει σε ένα performance μοντέλο. Η εφαρμογή αγκαλιάζει παντού το πόδι και δεν στρεσάρεται από στροφές ή ρυθμούς. Το κράτημα είναι racing επιπέδου. Θα γκρινιάξουν μόνο οι καλομαθημένοι φίλοι της εταιρείας που έχουν φαρδύ πέλμα. Ικανοποιούμαστε όμως οι υπόλοιποι. Παράλληλα, παρότι το αφρώδες είναι περιορισμένο, τα μαλακά υλικά δίνουν ένα ωραίο περιβάλλον.


Cosy αίσθηση από τα εσωτερικά υφάσματα.
Παρά την αποτελεσματικότητα της κατασκευής, το Rebel θα μπορούσε να επιτύχει ανάλογο επίπεδο εφαρμογής με πολύ λιγότερα δομικά στοιχεία. Κατά την γνώμη μου πιθανώς να αρκούσε και μόνο το “πλαστικό” mesh, μαζί με το πολύ καλό πατρόν. Το παπούτσι ίσως να άγγιζε τα 200 γραμμάρια χωρίς όλο αυτό το overengineering.

Σαν νούμερο θα έλεγα ότι είναι σχεδόν κανονικό. Παρ’ όλα αυτά, αν κάποιος το προορίζει για μαραθώνιο, μισό νούμερο επάνω θα του έδινε λίγο έξτρα αέρα στο μικρό δάχτυλο, όπου στενεύει. Κι επειδή είναι μυτερό στο τελείωμα, δεν θα του φαινόταν το επιπλέον μήκος.
Σόλα και πάτημα
Τον Infinion τον γνωρίσαμε στο 1080 v15, αλλά όπως φαίνεται η σύνθεσή του θα διαφοροποιείται αναλόγως της εφαρμογής. Εκεί αποτελείτο κατά 80% από TPEE και 20% EVA. Στο SC Rebel ωστόσο, για να υποστηρίξει τον χαρακτήρα του χρειαζόταν ένα πιο δυνατό μοτέρ. Γι’ αυτό και η ΝΒ επέλεξε το, κατ’ εμέ, καλύτερο υλικό που υπάρχει αυτή την στιγμή διαθέσιμο: Aliphatic TPU.

Η γνωστή όψη του A-TPU.
Από εκεί και πέρα, η σόλα είναι ουσιαστικά μία άσκηση γεωμετρίας. Ξεκινώντας από τα πιο απλά, τα τοιχώματα έχουν μία αρχιτεκτονική που βοηθάει την επιπλέον συμπίεση, συνδυάζοντας προεξοχές και εσοχές.

Στο πίσω μέρος συναντούμε την Energy Arc, ένα διαμήκες βαθύ κανάλι που χωρίζει την φτέρνα στην μέση. Με αυτή την σχεδίαση, η επάνω στρώση αφρού υποχωρεί ευκολότερα ανάμεσα στο κενό, ενώ οι δύο “όχθες” από κάτω συμπιέζονται πιο ελεύθερα, όντας ανεξάρτητες. Εξοικονομείται και βάρος παράλληλα.


Κανονικό φαράγγι το κενό πίσω.
Η πλάκα αποτελεί το κυριότερο στοιχείο της γεωμετρίας του Rebel. Είναι από carbon infused υλικό αλλά με μεγαλύτερη ακαμψία απ’ ότι οι συνήθεις πλαστικές. Κάπου ανάμεσα σε carbon και nylon. Αυτό όμως που την ξεχωρίζει, είναι η θέση και το σχήμα της. Ξεκινάει περίπου στο μέσο της σόλας, όντας πολύ στενή (ακριβώς όσο το πλάτος του καναλιού) και φτάνοντας στα μετατάρσια καμπυλώνει απότομα και μπαίνει κάτω από τον αφρό. Μόνο η εξώσολα την χωρίζει από το έδαφος. Αν δεν μου ξεφεύγει κάτι, πρώτη φορά βλέπουμε μία πλάκα τοποθετημένη τόσο χαμηλά. Επίσης, δεν είναι ενιαία αλλά έχει έξι μεγάλα κενά.

Δεν έχουμε ξαναδεί τόσο στενή πλάκα πίσω. Προσφέρει σταθερότητα χωρίς να διακόπτει τον αφρό.

Carbon infused Pebax plate, με μεγάλα ανοίγματα για μια σχετική ευκαμψία.
Από κάτω η New Balance χρησιμοποιεί πολυουρεθάνη αντί του παραδοσιακού λαστίχου. Ελαφρύτερη, μαλακότερη και απ’ όσο έχουμε δει
σε κάποιες άλλες εφαρμογές της, πολύ πιο ανθεκτική. Άλλωστε εδώ έχει και το επιπλέον έργο της προστασίας της πλάκας. Καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της εξώσολας, ενώ και στο σημείο που έχουμε εκτεθειμένο αφρό, ο A-TPU έχει αποδειχθεί άφθαρτος.

Η πρόσφυση είναι πάρα πολύ καλή. Έτυχε να το δοκιμάσω και σε βρεγμένο τερέν, σε σβέλτους ρυθμούς, και το παπούτσι ενέπνεε σιγουριά. Κάνει λίγο θόρυβο, αυτό όμως οφείλεται στην πλάκα.

Η πολυουρεθάνη αρχίζει να αντικαθιστά σιγά σιγά το κλασικό λάστιχο.
Έχοντας μακρά ιστορία με την ΝΒ, θεωρούσα ότι το καλύτερο παπούτσι που έχει σχεδιάσει την τελευταία 20ετία, είναι το πρώτο Zante. Με μικρή διαφορά από το 890 v3. Προφανώς κάθε μοντέλο κρίνεται στο πλαίσιο της εποχής του. Σε σχέση με τα υπόλοιπα, βάσει του τι νέο έφερε στην αγορά και άλλους τέτοιους συσχετισμούς. Σίγουρα κάπως αόριστα και υποκειμενικά τα κριτήρια, ενδεικτικά ωστόσο. Νομίζω λοιπόν πως πλέον το Zante πέφτει από την κορυφή.
Για να είμαι ειλικρινής, από το SC Rebel δεν ήξερα τι να περιμένω. Το Rebel v5 είναι κατά βάση ένα daily trainer, με μία σπιρτάδα λόγω χαμηλού βάρους, ενώ το SC Trainer, παρά την carbon plate, δεν χαρακτηρίζεται επ’ ουδενί performance. Το νέο μοντέλο λοιπόν, μοιάζει τελικά περισσότερο με υιοθετημένο παιδί των δύο παραπάνω, παρά με το δικό τους love child. Και απλά πήρε τα ονόματά τους.
Σαν πρώτη επαφή, η σόλα έχει την γνωστή συμπεριφορά του A-TPU. Αρκετά μαλακή, απορροφητική και σίγουρη, αλλά με την συμπίεση να είναι απόλυτα κοντρολαρισμένη και κάθετη. Εμφανής αμέσως η προστασία της, χωρίς όμως ποτέ να γίνεται “φλύαρη”. Γι’ αυτό μας αρέσει τόσο το συγκεκριμένο υλικό. Για να έχετε ένα μέτρο σύγκρισης, η αντίσταση κατά την φόρτιση λίγο μικρότερη από π.χ. τον Turbo² ή τον Nitro Elite, κάτι όμως που μπορεί να οφείλεται και στο κανάλι πίσω.
Οι αφροί των New Balance ποτέ δεν υστερούσαν σε softness, έτσι κι αλλιώς. Αυτό όμως που φέρνει ο νέος Infinion είναι η δυναμικότητα και η ισορροπία. Το πάτημα είναι bouncy και springy ταυτόχρονα, δίνοντας την αίσθηση ότι ρυθμίζεις εσύ την απόκριση της σόλας και το mode που θα την δουλέψεις. Γλυκιά αλλά και ανέξοδη στα πιο αργά, ελαστική, responsive και ικανή όσο ανοίγεις.
Και μετά έρχεται η γεωμετρία μπροστά. Οπτικά η γωνία στα μετατάρσια δεν δείχνει extreme. Ξεκινάει μεν πολύ νωρίς αλλά σηκώνεται πιο ομαλά. Ωστόσο, η θέση της πλάκας και η αυξημένη ακαμψία της, την κρατούν σταθερή σε όλη την φάση της απογείωσης και δίνουν τελικά ένα ιδιαίτερα αποδοτικό rocker. Ασχέτως ρυθμού, με το Rebel έχεις έντονη την αίσθηση ότι σε ρίχνει προς τα εμπρός, μεταφέροντάς σε στο επόμενο βήμα. Το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει απόλυτα την καινοτομία της εταιρείας με την τοποθέτηση της πλάκας τόσο χαμηλά. Όπως και το μήκος της, καθώς φτάνει μέχρι το τέλος του μεγάλου δαχτύλου.

Η εικόνα δείχνει πόσο πίσω ξεκινάει η γωνία, όχι όμως και το πόσο έντονη είναι η παρουσία της.
Το versatility του μοντέλου είναι πάρα πολύ μεγάλο. Πρώτα απ’ όλα, δουλεύει εύκολα σαν καθημερινό προπονητικό. Όσο νωχελικά και να πας, το Rebel προσφέρει την άνεση που θες σε αυτά τα τρεξίματα. Μπορεί να μην έχει τόσο βαθύ cushioning όσο το More ή την συμπίεση του 1080, είναι όμως πολύ ξεκούραστο, εύκολο και προβλέψιμο. Η δε ευκαμψία που του λείπει στο forefoot, αναγκαία συνθήκη για τα easy runs, αντισταθμίζεται πλήρως από το rocker. Εκεί που νοιώθεις ότι πάει να σε κοντράρει, “πέφτεις στο κενό” και περνάς μπροστά. Το μόνο πρόβλημα σε αυτά τα τρεξίματα, είναι ότι το παπούτσι σε παρασύρει χωρίς να το καταλάβεις. Όσες φορές το έβαλα σε χαλαρό τρέξιμο, μετά από 15′ κατέληγα σε προοδευτικό. Κι εκεί δεν ήθελα με τίποτα να κόψω.

Ένα ελαφρύ flex point, εκεί ακριβώς που αρχίζει να λεπταίνει η σόλα.
Κι αυτό γιατί στην πραγματικότητα το Rebel είναι μία γρήγορη κατασκευή. Και μάλιστα, σχεδόν όσο γρήγορη θες. Το ωραίο όμως είναι ότι ακόμη κι εκεί παραμένει ραφιναρισμένο και smooth. Δεν απαιτεί μεγάλη προσπάθεια για να αλλάξεις ρυθμό (μάλλον απαιτεί για το αντίθετο), ούτε και θέλει συγκεκριμένο τρόπο τρεξίματος.
Στο τελευταίο θυμίζει αρκετά το original SC Trainer, όπου το μέγιστο όφελος τηο έπαιρνε ο heel striker. Έτσι κι εδώ, η προσγείωση πίσω κάθε άλλο παρά σε καθυστερεί ή μπερδεύει την σχεδίαση του Rebel. To rebound από την φτέρνα είναι άμεσο κι ευθύβολο, δεν μένεις μέσα της και πριν το καταλάβεις έχεις βρεθεί στην αρχή του rocker. Απο εκεί και μετά όλα γίνονται από μόνα τους, αφού η σχεδίασή του σε βγάζει κατευθείαν στα δάχτυλα. Έντονη αίσθηση ρολαρίσματος καθ’ όλο το transition. Παρότι η μηχανική μου δεν είναι ακριβώς τέτοια, την άλλαζα επίτηδες για να εκμεταλλευτώ τον ωραίο και ρυθμικό τρόπο που δουλεύει.

Το σημείο που “σπάει” η plate κι αρχίζει ο κατήφορος.
Παρ’ όλα αυτά, εξίσου αποδοτικό και “συντονισμένο” παραμένει και με ένα πιο midfoot και δυνατό πάτημα. Πέφτοντας στην αρχή της γωνίας, παίρνεις το bounce από τον γεμάτο αφρό και ταυτόχρονα είσαι και επάνω στο rocker, ήδη σε θέση απογείωσης. Πάτησες, σηκώθηκες. Ο Infinion έχει μεγάλη επιστροφή, γι’ αυτό και μπορείς να τον φορτίσεις όσο θες. Η πλάκα στο τελείωμά του σταθεροποιεί την δύναμη και την περνάει όλη κάτω. Καμμία ασάφεια ή στρέβλωση.

Μην παραλείψουμε ότι στην απόδοση και την αίσθηση του μοντέλου, συνεισφέρει σημαντικά και το βάρος του. Η ΝΒ κατάφερε να συνδυάσει την πληθωρικότητα των SC Trainer με τα χαμηλά γραμμάρια των απλών Rebel. Αρκετά ελαφρύτερο από τα αντίστοιχα της κατηγορίας του.

Νο 45
Αν έπρεπε οπωσδήποτε να κάνω μία παρατήρηση (λάθος λέξη αλλά δεν βρίσκω άλλη), αυτό θα είχε να κάνει με το ύψος της σόλας στα δάχτυλα. Για να μπορέσει το rocker να ξεκινήσει τόσο νωρίς και να πάρει αυτή την μεγάλη καμπύλη, αναγκαστικά η σόλα λεπταίνει στην άκρη της. Αν πατήσεις πιο δυνατά, νοιώθεις το forefoot να αδειάζει κάπως στο σημείο εκείνο, πάντα σε σχέση με το υπόλοιπο τμήμα. Ποτέ δεν με κούρασε, υπήρχε όμως σαν αίσθηση.
Αυτό λοιπόν με κάνει να υποθέσω ότι τα 36mm η εταιρεία τα μετράει λίγο πιο πίσω από το 75% της σόλας, το επίσημο σημείο μέτρησης κατά την World Athletics. Γι’ αυτό και το drop τελικά μοιάζει αρκετά μεγαλύτερο από τα δηλωθέντα 4mm. Οπότε ας μην φοβηθούν όσοι έχουν ευαισθησία στα χαμηλά offset.

Περίπου εκεί είναι το σημείο μέτρησης της WA. Λίγο πιο πίσω τα χιλιοστά είναι πολύ περισσότερα.
Σε επίπεδο σταθερότητας, το Rebel είναι ικανοποιητικό. Καλώς κατ’ εμέ η ΝΒ δεν πήγε σε μία πολύ φαρδιά πλατφόρμα, όπως συνηθίζεται, αφού αυτό θα έκλεβε από την αμεσότητα του transition. Αν και σχετικά στενό λοιπόν, τα επί μέρους στοιχεία του βοηθούν στον τομέα αυτόν. Η πιο συμπαγής συμπίεση του A-TPU, η πλάκα και η θέση της, όπως και το κανάλι πίσω, όλα αυτά δίνουν στο πόδι μία κατεύθυνση κατά την μετάβαση. Προσωπικά δεν με προβλημάτισε ποτέ, παρά το ότι πρηνίζω αρκετά.


Σε αντίθεση με τα περισσότερα super trainers, το ΝΒ έχει πιο μαζεμένες διαστάσεις.
Το SC Rebel κάνει τα πάντα με ευκολία. Κατεβαίνει σε κατωφλικούς ρυθμούς και τους κρατάει, ενώ μπορεί να υποστηρίξει και γρηγορότερα κομμάτια σε στίβο. Έχει αίσθηση, είναι ευθύβολο και στρίβει. Ο αφρός και η γεωμετρία είναι σύμμαχοι, δίνοντάς σου κι εκείνο το έξτρα που ζητάς όταν στο τέλος έχεις κουραστεί. Τοπ επιλογή φυσικά και για long runs, ιδίως αν έχουν και ρυθμό αγώνα.

Για όλα αυτά λοιπόν που περιγράφουμε έως τώρα, το μοντέλο το προτείνω ανεπιφύλακτα και ως αγωνιστικό. Kαι σε αυτό περιλαμβάνω ένα μεγάλο εύρος δρομέων. Κατ’ αρχάς αυτούς που ο ρυθμός τους δεν μπορεί να υποστηρίξει ένα super shoe αλλά δεν θέλουν και να τρέξουν με προπονητικό. Αλλά ακόμη κι εκείνους που αγγίζουν τις 3 ώρες, όμως η μηχανική τους δεν είναι τέτοια που θα αξιοποιήσει πλήρως ένα carbon plated. Ή απλά θέλουν κάτι πιο προβλέψιμο, που δεν θα τους καθυστερήσει ωστόσο.
Συμπέρασμα
Από το κείμενο δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πόσο μου άρεσε το SuperComp Rebel. Και δεν έχω μείνει στην πρώτη εντύπωση, όταν πάλευα ένα easy run να μην καταλήξει κατώφλι. Όλα τα επόμενα τρεξίματα ήταν εξίσου απολαυστικά και κάθε φορά ανακάλυπτα και μία ακόμη αρετή του.
Τίποτα δεν θα άλλαζα στο παπούτσι, τα έχει όλα. Περισσότερα κι από αυτά που θα περίμενα, μιας και ουσιαστικά είναι η πρώτη απόπειρα της εταιρείας στα speed trainers με πλάκα. Το SC Trainer δεν ήταν τέτοιο. Θεωρούσα δεδομένη την πρακτικότητα, όχι όμως και την ενεργητικότητά του.
Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό που θα άλλαζα είναι το όνομα, επιλέγοντας κάτι εντελώς διαφορετικό. Κάποιο που να παραπέμπει σε “εξελιξη” και να μην συνδέεται με τα υπόλοιπα μοντέλα της εταιρείας. Όχι ότι εκείνα δεν είναι καλά, απλά με αυτό εδώ έχω την αίσθηση ότι η New Balance μπαίνει σε μία νέα, επόμενη φάση της.