Αρχική / Αξιολογήσεις / New Balance Fuelcell SuperComp Elite v5

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Αξιολογήσεις / Επιλεγμένα

New Balance Fuelcell SuperComp Elite v5

New Balance Fuelcell SuperComp Elite v5

Κατηγορία: Racer
Υψη σόλας:
40/32mm
Βάρος: 205 γρ.

 

Σε όλη την μέχρι τώρα πορεία του, το Elite αποτελούσε κατά γενική ομολογία το φιλικότερο από όλα τα super shoes. Δεν απαιτούτε ταχύτητα και form για να δουλέψει, δεν τιμωρούσε την προσγείωση στην φτέρνα (το αντίθετο μάλιστα), δεν ήταν ασταθές. Επίσης, είχε άνετη εφαρμογή και μπορούσε να φιλοξενήσει ακόμη και φαρδιά πέλματα. Εν ολίγοις, ήταν το πλέον ενδεδειγμένο μοντέλο με carbon plate για τον μέσο ερασιτέχνη δρομέα.

Παρ’ όλα αυτά, όπως είχε πει σε μία παλαιότερη συνέντευξή του ο senior product manager της εταιρείας, οι σχεδιαστές της δεν εκλάμβαναν τα παραπάνω ως κομπλιμέντο. Ήθελαν να έχουν ένα γρήγορο αγωνιστικό και όχι απλά ένα που να μπορούν να το πάνε όλοι. Αν και κατανοώ το σκεπτικό τους, δεν θα έλεγα ότι συμφωνώ. Το έδειξε άλλωστε και η εξέλιξη του μοντέλου, καθώς μέχρι και το v4 εξακολουθούσε να παραμένει το πιο “εύκολο” racer. Άλλαζε μεν η σχεδίαση κάθε χρονιά, όχι όμως και ο χαρακτήρας.

Αυτά μέχρι φέτος. Στην 5η του έκδοση το μοντέλο δείχνει να πηγαίνει περισσότερο από ποτέ προς την κατεύθυνση που θα ήθελαν οι σχεδιαστές της ΝΒ. Ας δούμε τι κερδίζει σε ταχύτητα αλλά και αν χάνει σε χρηστικότητα.

Επάνω μέρος και εφαρμογή

Μία στρώση ιδιαίτερα λεπτού engineered mesh, με εναλλαγές πυκνότητας στην ύφανση, εντελώς αδόμητο και ανελαστικό. Υποτυπώδης προφυλακτήρας, ίσα ίσα για να μην πέφτει το ύφασμα.

Το ελαφρύ mesh δεν δίνει σχήμα στο toe box και ζαρώνει όταν το σφίξεις. Ωστόσο, δεν γίνεται αντιληπτό στον δρόμο.

Το midfoot ενισχύεται από τα συνθετικά logos εκατέρωθεν και το άκαμπτο πλαίσιο των τρυπών.

Η γλώσσα συγκρατείται στην βάση από δύο ταινίες και είναι από σουέντ ύφασμα και γυμνή. Έχει όμως ένα παχύ τμήμα αφρώδους ψηλά, εκεί που σφίγγεις τα κορδόνια. Αυτά είναι λεπτά, μαλακά και ελαστικά. Παρόλο που ταιριάζουν στην ελαφριά κατασκευή του υπολοίπου upper, αντικαθιστώντας τα με άλλα χωρίς ελαστικότητα, το κράτημα βελτιώνεται αισθητά.

Πολύ καλή η σχεδίαση της γλώσσας, στρώνει από μόνη της επάνω στο πόδι.

Η semi-gusseted σχεδίαση βελτιώνει αισθητά την εφαρμογή.

Το πίσω μέρος έχει ένα μετρίας ακαμψίας κολάρο και επενδύεται από μία μικρή ποσότητα αφρώδους. Για την κατηγορία του Elite θεωρείται παραπάνω από επαρκής.

Οι προηγούμενες εκδόσεις του Elite χαρακτηρίζονταν από την ευρυχωρία τους, κάτι που δεν συναντούμε συχνά στην κατηγορία των racers. Πέραν του καλουπιού, αυτό ήταν αποτέλεσμα και της φαρδιάς βάσης. Στο v5 η NB πάει σε μία πιο κλειστή εφαρμογή στα σημεία που χρειάζεται, συνδυάζοντάς την και με τις αλλαγές που έχουμε στο πάτημα.

Το toe box μαζεύεται σε διαστάσεις, παράμενοντας όμως και πάλι φιλικό σε φαρδύτερα πέλματα. Το σημαντικό όμως είναι πως κι εκείνοι με στενότερα, δεν θα νοιώθουν να πλέουν μέσα στο παπούτσι, όπως πριν. Έχει πλάτος, ύψος και δεν στενεύει απότομα. Το ύφασμα “τσαλακώνει” μόλις το σφίξετε, δεν το αντιλαμβάνεσαι καν όμως τρέχοντας.

Κλασικό New Balance μπροστά, επιτρέπει στα δάχτυλα να απλώσουν. Χωρίς όμως την υπερβολή του v4.

Πηγαίνοντας προς τα πίσω, η εφαρμογή γίνεται σαφώς πιο αγωνιστική. Στο μέσο το ύφασμα αγκαλιάζει παντού και χωρίς κενά το πόδι, χωρίς όμως σημεία πίεσης. Δεν έχει τον αέρα του v4, αφού περιορίζεται και από το πλάτος της σόλας, εξακολουθεί όμως να είναι από τα πιο άνετα της κατηγορίας του. Η δε γλώσσα κάθεται πολύ καλύτερα στην ράχη του ποδιού, κάθως εδώ δεν είναι πλέον ανεξάρτητη.

Το μαξιλαράκι επιτρέπει να σφίξεις όσο θες τα κορδόνια.

Το προηγούμενο κολάρο είχε κάποια θέματα. Χαμηλό και χωρίς αφρώδες, σε αρκετούς το χείλος του δημιουργούσε ερεθισμό στην περιοχή του αχιλλείου. Η νέα σχεδίαση είναι εντελώς διαφορετική, έχοντας επαρκές υλικό εσωτερικά και σωστό ύψος. Κρατάει μακράν καλύτερα την φτέρνα και με πιο ωραία αίσθηση. Ίσως χρειαστεί λίγο παραπάνω σφίξιμο, αν έχετε πιο στενό πόδι, ή και το lock lacing δέσιμο.

Το επάνω μέρος του νέου Elite αποκτάει μία racing εφαρμογή και προσφέρει πολύ καλό κράτημα σε όλες τις συνθήκες. Αυτό επιτυγχάνεται “κλείνοντας” το midfoot και το πίσω μέρος, διατηρώντας όμως την άνεση στα μετατάρσια και τα δάχτυλα. Όχι όσο πριν αλλά εν προκειμένω αυτό είναι καλό. Το v4 παραήταν ευρύχωρο για αγωνιστικό και εξυπηρετούσε μόνο όσους είχαν φαρδύτερο πέλμα. Πλέον έχει universal γραμμή και ρυθμίζεται εύκολα από το δέσιμο. Πανάλαφρο ύφασμα και άριστη διαπνοή. Το sizing είναι απολύτως κανονικό.

Σόλα και πάτημα

Οι αλλαγές εδώ είναι πολλές, στοχεύοντας όχι απλά στην ανανέωση του μοντέλου αλλά και τον χαρακτήρα του.

Ο αφρός παραμένει ως είχε, αποτελούμενος εξ ολοκλήρου από Peba. Η αρχιτεκτονική των πλαϊνών γίνεται ηπιότερη, δίνοντας μία πιο αγωνιστική και sleek γραμμή στο παπούτσι.

Οι έντονες γωνίες του v4 έχουν γίνει πιο απαλές, αφαιρώντας και όγκο οπτικά.

Η σημαντική διαφοροποίηση ωστόσο, έχει να κάνει με τις νέες διαστάσεις της σόλας. Κατ’ αρχάς, μπροστά πάει στα 32 χιλιοστά από τα 36 που ήταν πριν. Επιπλέον στενεύει αρκετά πίσω και πολύ στο μέσο. Ως εκ τούτου, ο συνολικός όγκος αφρού έχει μειωθεί.

Σκαμμένη καμάρα, όπως συναντούμε στα περισσότερα racers.

Διαφορετική είναι και η γνωστή Energy Arc, η βαθειά και φαρδιά αυλάκωση που διέτρεχε την μισή σόλα, έχοντας τώρα περιοριστεί σε ένα μικρό κενό στο μέσο. Εξυπηρετεί περισσότερο την εξοικονόμηση βάρους, παρά το trampoline effect των δύο προηγουμένων εκδόσεων.

H carbon plate έχει γίνει αρκετά πιο επιθετική. Εκτός της μεγαλύτερης ακαμψίας, κουρμπάρει και περισσότερο μετά το midfoot. Συγκριτικά με άλλα μοντέλα της κατηγορίας πάντως, εξακολουθεί να είναι τοποθετημένη ψηλά και κοντά στο πέλμα.

Εδώ διακρίνεται η θέση και το σχήμα της πλάκας.

Η εξώσολα καλύπτεται από μαλακό λάστιχο μπροστά και ένα μοτίβο από τριγωνικές προεξοχές. Η πρόσφυση είναι πολύ καλή σε όλες τις επιφάνειες, ακόμη και σε ελαφρώς βρεγμένη που το δοκίμασα. Ιδίως στο ταρτάν, πραγματικά γραπώνει κάτω. Η φτέρνα φέρει δύο μεγάλα τμήματα από σκληρό λάστιχο, για αντοχή και σταθερότητα, με το μεσαίο τμήμα να παραμένει ακάλυπτο.

Η σχεδίαση του λαστίχου μπροστά αποδεικνύεται αποτελεσματική.

Για όσους δεν το έχουν φορέσει, το Elite v4 (όπως και τα v2/3) ήταν ένα πολύ φιλικό και “δημοκρατικό” super shoe. Μπορούσε να φορεθεί σχεδόν από τον οποιονδήποτε. Το αντιστάθμισμα για αυτό ωστόσο, ήταν ότι υστερούσε σε ταχύτητα σε σχέση με τα κορυφαία αγωνιστικά. Για κάποιους μάλιστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως super trainer.

Το v5 λοιπόν επανασχεδιάζεται και αυξάνει σημαντικά την ιπποδύναμή του. Το πρώτo πράγμα που διαπιστώνεις, είναι η μεγάλη μείωση του βάρους. 30 ολόκληρα γραμμάρια κάτω, αν και νομίζω πως είναι ακόμη περισσότερα. Στο Νο 45 η ζυγαριά έδειξε σχεδόν ίδιο βάρος με αυτό που η ΝΒ δίνει επίσημα στο Νο 42.5. Πέραν αυτού όμως, αισθάνεσαι και πολύ μικρότερο όγκο γύρω από το πόδι και το κουμαντάρεις ευκολότερα.

Το πάτημα παραμένει πολύ μαλακό πίσω, με την γνωστή συμπίεση κι αποσυμπίεση του Peba. Νομίζω ότι υστερεί οριακά σε rebound από πριν κι αυτό λόγω της κατάργησης της Energy Arc. Απ’ την άλλη, βγαίνεις αισθητά πιο γρήγορα από την φτέρνα και με μικρότερο χρόνο επαφής στο έδαφος.

Στα μετατάρσια το Elite έχει γίνει αρκετά πιο responsive, όπως βέβαια και σφιχτό. Λογικό με την μείωση του ύψους. Δεν νοιώθεις όμως ότι σου λείπει η προστασία, αφού τα 32mm παραμένουν ικανά να προσφέρουν το απαραίτητο cushioning. Αυτά είναι άλλωστε τα συνήθη ύψη των super shoes. Στο μακράν ικανότερο toe off βοηθάει και η πιο άκαμπτη πλάκα, η οποία επιτρέπει να πατήσεις δυνατά. Κάτι τέτοιο δεν ίσχυε πριν, αφού το forefoot είχε κάποια ασάφεια λόγω softness. Επιπλέον, δίνει και καλύτερη αίσθηση του εδάφους, μαζί με πληροφορία.

Μπορεί το forefoot να χάνει σε softness, κερδίζει πολύ όμως σε αίσθηση.

Όπως σημειώσαμε και παραπάνω, το μοντέλο έχει μαζευτεί πολύ σε διαστάσεις και αυτό φαίνεται αμέσως στον τρόπο που διαχειρίζεται τις ταχύτητες. Πολύ πιο άμεσο transition σε σχέση με πριν, ιδίως για εκείνους που προσγειώνονται πίσω. Την συντριπτική πλειονότητα των δρομέων, δηλαδή. Μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζει και το στενότερο midfoot, που πλέον σε βγάζει εμφανώς γρηγορότερα στην απογείωση. Όπως επίσης το ότι η σόλα έχει γεμίσει εκεί που πριν ήταν η Energy Arc.

Το παπούτσι δεν απαιτεί συγκεκριμένο τρόπο για να δουλέψει και θεωρώ ότι θα ταιριάξει στους πάντες. Παρότι έχει γίνει ικανότερο στο να πιάσεις ή να αλλάξεις ρυθμό, παραμένει φιλικό σαν συμπεριφορά. Ούτε το rocker του είναι επιθετικό, ούτε και η σόλα έχει έντονα χαρακτηριστικά που μπορεί και να κουράσουν. Στους αργούς ρυθμούς μάλιστα, η πλάκα επιτρέπει και μία οριακή ευκαμψία στα μετατάρσια.

Παρόλο που η carbon plate είναι πιο άκαμπτη, το Elite έχει ένα οριακό flex point.

Μπορεί το εύρος χρήσης του να έχει μετατοπιστεί, ωστόσο διατηρεί το versatility που του επιτρέπει ακόμη να κινείται σε ένα μεγάλο φάσμα ρυθμών. Δεν θα σε κουράσει στα αργά τμήματα ενός προοδευτικού ή εναλλασσόμενου τρεξίματος, ούτε θα χρειαστείς άλλο παπούτσι για το ζέσταμα και την αποθεραπεία όταν έχεις πρόγραμμα.

Απ’ την άλλη, εξακολουθεί να υστερεί συγκριτικά στους πολύ γρήγορους ρυθμούς. ‘Οχι τόσο επειδή δεν τους έχει, όσο για το ότι η γεωμετρία του δεν σου δίνει αυτό το επιπλέον push όταν το χρειαστείς. Την υποβοήθηση, που λέμε. Το φόρεσα ακόμη και σε μικρά και γρήγορα κομμάτια σε στίβο, κάτι που δεν θα έκανα με τα προηγούμενα Elite, και πήγαινε πολύ καλά και αβίαστα. Όσο ήμουν δυνατός, δεν μου “έκλεβε” τίποτα και υπάκουε. Όταν όμως κουραζόμουν και ήθελα μια βοήθεια, έλειπε η μεγάλη γωνία μπροστά ή η ελαστικότητα του αφρού που θα έδιναν αυτό το έξτρα. Κατά την γνώμη μου, αν η πλάκα κατέβαινε λίγο πιο χαμηλά, τα δύο αυτά στοιχεία θα αναδεικνύονταν περισσότερο. Πιθανώς όμως να έχανε σε χρηστικότητα στα πιο αργά.

Το rocker είναι αρκετά διακριτικό και το transition πιο παραδοσιακό.

Και πάμε τώρα στο κύριο χαρακτηριστικό που έκανε τα Elite τόσο λειτουργικά για τον μέσο ερασιτέχνη. Την σταθερότητα. Κοιτώντας την μείωση του πλάτους στην φτέρνα και το μέσο, είναι λογικό οι fans της σειράς να ανησυχήσουν. Κι η αλήθεια είναι πως δεν έχει πια την στιβαρότητα και την σιγουριά που προσέφερε η τόσο φαρδιά βάση, αλλά και το τεράστιο κανάλι από κάτω που άνοιγε και την έκανε ακόμη φαρδύτερη.

Παρ’ όλα αυτά, το v5 τα καταφέρνει αρκετά καλά στον τομέα αυτόν. Όχι όπως πριν αλλά πολύ παραπάνω από τον μέσο όρο της κατηγορίας του. Αυτό οφείλεται στο ότι η πλάκα είναι αρκετά κοντά στο πέλμα και ελέγχει εξ αρχής την παραμόρφωση του FuelCell. Κάτω από αυτήν, ο μαλακός αφρός συμπιέζεται γρήγορα και δεν προλαβαίνεις να “παλατζάρεις” πάνω του. Μπροστά το πλάτος δεν έχει αλλάξει, έχοντας και μεγάλο αποτύπωμα εσωτερικά. Εν πάση περιπτώσει, ενώ θα περίμενα το αντίθετο με τη νέα γεωμετρία, το παπούτσι ποτέ δεν με προβλημάτισε σε θέμα σταθερότητας, ακόμη και σε εντελώς αργούς ρυθμούς. Έβγαινες γρήγορα και ευθεία από την φτέρνα, χωρίς να ανησυχείς για το πώς θα πατήσεις. Σε αυτά προσθέστε και το ψηλότερο drop, το οποίο πλέον δεν αποκλείει όσους έχουν ευαισθησία σε γαστροκνήμιο και αχίλλειο.

Η φτέρνα δεν είναι πλέον φαρδιά, η προσγείωση όμως παραμένει σχετικά ουδέτερη.

Μπροστά η σόλα ανοίγει πολύ και βοηθάει στην σταθερότητα κατά το toe off.

Αναμφίβολα, κάποιοι από τους πιστούς των προηγουμένων εκδόσεων θα δυσαρεστηθούν. Θεωρώ όμως ότι μιλάμε για ένα κοινό που ούτως ή άλλως δεν θα έπρεπε να πηγαίνει σε μοντέλα με carbon plate για τους αγώνες του. Και βέβαια μην ξεχνάμε ότι υπάρχει και το SC Trainer, μία ακόμη πιο ορθολογική και ασφαλής επιλογή στις προτάσεις με πλάκα. Σε κάθε περίπτωση, το αγωνιστικό μιας εταιρείας οφείλει να είναι πρωτίστως γρήγορο και όχι φιλικό. Αν συνδυάζει και μία δόση από το δεύτερο, ακόμη καλύτερα.

Συμπέρασμα

Το Elite v5 αλλάζει για πρώτη φορά τόσο δραστικά. Αν πριν είχαμε ένα σχεδόν super trainer που τα συστατικά του το κατηγοριοποιούσαν ως racer, πλέον έχουμε ένα κανονικότατο super shoe, το οποίο συμπληρωματικά μπορεί να δουλέψει και ως super trainer. Εφαρμογή, βάρος και σχεδίαση της σόλας, μας δίνουν ένα μοντέλο που διορθώνει τα περισσότερα από εκείνα που κρατούσαν πίσω την σειρά σε performance.

Παρότι αποκτάει ικανότητα και για ρυθμούς που δεν είχε πριν, η γεωμετρία του δεν είναι ακραία και επιθετική. Διατηρεί έτσι ένα ικανό ποσοστό από την φιλικότητα που το διέκρινε έως τώρα και το καθιστούσε κατάλληλο για τον μέσο ερασιτέχνη. Κατ’ εμέ, τελικά χάνει λίγα πράγματα και κερδίζει πολύ περισσότερα. Κι είναι πιο ευχαριστημένοι κι οι σχεδιαστές της εταιρείας.

 

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Ο Νίκος Πήλικας είναι ερασιτέχνης δρομέας. Επειδή όμως δεν είναι καλός στο τρέξιμο, ασχολείται και με τα παρελκόμενα αυτού (π.χ. παπούτσια). Απ' ό,τι λένε, είναι καλύτερος σε αυτά...

Αφήστε μια απάντηση