Αρχική / Υγεία / Διαταραχές της εμμήνου ρύσεως κατά την άσκηση

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Επιλεγμένα / Υγεία

Διαταραχές της εμμήνου ρύσεως κατά την άσκηση

Διαταραχές της εμμήνου ρύσεως κατά την άσκηση

Υπάρχουν πάρα πολλοί παράγοντες που καθορίζουν την εμφάνιση της εμμήνου ρύσεως στη νέα γυναίκα, τόσο γενετικοί όσο και περιβαλλοντικοί, όπως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, οι διατροφικές συνήθειες, η διαβίωση σε υψόμετρο, τυχόν παθήσεις, η αθλητική δραστηριότητα κ.α. Η πρώτη εμφάνιση της εμμήνου ρύσεως στη γυναίκας συνήθως συμβαίνει στην ηλικία των 12 μέχρι 15 ετών, αν και υπάρχουν κορίτσια που παρουσίασαν την πρώτη τους καταμήνια περίοδο στην ηλικία των 10 ετών και άλλα που έφτασαν καθυστερημένα μέχρι τα 16. Δύο χρόνια πριν την εμμηναρχή, οι μαστοί διογκώνονται και το τρίχωμα του εφηβαίου αναπτύσεται, φαινόμενα που εξελίσσονται για τα επόμενα 4 χρόνια. Η αναπαραγωγική ηλικία, που προσδιορίζεται από την τακτική εμφάνιση των καταμήνιων κύκλων, διακόπτεται σε ηλικίες που κυμαίνονται μεταξύ των 40 και 55 ετών. Η γυναίκα τότε εισέρχεται στη μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο της ζωής της, γνωστή ως κλιμακτήριος και χαρακτηρίζεται από ραγδαίες μεταβολές στη φυσιολογία του οργανισμού της.

Στη διάρκεια του καταμήνιου κύκλου παρατηρούνται διάφορα συμπτώματα, όπως πονοκέφαλος, γενική κακουχία, ναυτία, κοιλιακά άλγη και κατακράτηση υγρών, μπορούν να εμφανισθούν λίγο πριν την εμμηνόροια και διαρκούν μερικές φορές για αρκετές μέρες.

Από τις πολυάριθμες μορφολογικές και λειτουργικές μεταβολές, υπάρχουν ορισμένες που θα μπορούσαν να επηρεάζουν την απόδοση των αθλητριών. Οι πιο σημαντικές από αυτές είναι :

-Αύξηση της μάζας του σώματος προ της εμφάνισης της εμμήνου ρύσεως.

-Αύξηση της γλυκόζης του αίματος κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως. Ιδιαίτερα στην παραγωγική φάση παρατηρείται σημαντική αύξηση της γλυκόζης του πλάσματος στη διάρκεια άσκησης με μέγιστη επιβάρυνση.

-Αύξηση της καθημερινής δραστηριότητας (υπερκινητικότητα) μετά την έμμηνο ρύση.

-Αύξηση του κατά λεπτό αερισμού κατά τη διάρκεια της ωχρινικής φάσης*.

-Αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος κατά την ωοθυλακιορρηξία**, που θεωρείται η πιο σημαντική μεταβολή σε σχέση με την απόδοση, και μπορεί να συνοδεύεται από παροδική αύξηση της καρδιακής συχνότητας. Σε όλη τη διάρκεια της ωχρινικής φάσης παρουσιάζεται οξεία αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος σε υψηλότερα από τα συνήθη επίπεδα.

-Υπεραιμία στους μαστούς και αύξηση του μεγέθους τους προ της εμμήνου ρύσεως.

-Μείωση του χρόνου ζωής των ερυθρών αιμοσφαιρίων και μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων στην ωχρινική φάση του καταμήνιου κύκλου.

Επιπλέον συχνά αναφέρονται μεταβολές στον αιματοκρίτη, στην αιμοσφαιρίνη και στον αριθμό των ερυθροκυττάρων, οι οποίες κυρίως σχετίζονται με την αιματική ροή κατά την έμμηνο ρύση και όχι με μεταβολές στην παραγωγή των ερυθροκυττάρων.
Σε ορισμένες γυναίκες η απώλεια ερυθροκυττάρων με την έμμηνο ρύση οδηγεί σε σιδηροπενική αναιμία. Ωστόσο, δεν έχουν διαπιστωθεί σημαντικές μεταβολές στη VO2max, την καρδιακή συχνότητα, τον κατά λεπτό αερισμό (VE) και τη συγκέντρωση του γαλακτικού οξέος κατά τις διάφορες φάσεις του καταμήνιου κύκλου.
Επομένως, φαίνεται ότι ο καταμήνιος κύκλος δεν επηρεάζει ουσιαστικά την απόδοση των αθλητριών.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι σε μεγαλύτερο βαθμό βιολογικοί, ψυχολογικοί, κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί και προσωπικοί παράγοντες επηρεάζουν την απόδοση των αθλητριών, παρά ο καταμήνιος κύκλος.
Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις αθλητριών που δηλώνουν αδυναμία συμμετοχής σε αγώνες εξαιτίας δυσμηνόρροιας.
Επίσης, αρκετές αθλήτριες τις ημέρες της εμμήνου ρύσεως εκδηλώνουν συμπτώματα άγχους, ευερεθιστότητας ή κεφαλαλγία, κοιλιακά άλγη, άλγη στους μαστούς, μυαλγίες, που δρουν αρνητικά στην απόδοσή τους.
Έχουν βέβαια διατυπωθεί κατά καιρούς διάφορες απόψεις που αναφέρουν ότι η συστηματική γύμναση δρα αποτρεπτικά στην εκδήλωση δυσμηνόρροιας ή συμβάλει στην άμβλυνση του πόνου. Υποστηρίζεται ότι αυτό επιτυγχάνεται κυρίως με τη δράση των ενδορφινών, η συγκέντρωση των οποίων στο πλάσμα φτάνει σε υψηλά επίπεδα με την άσκηση.
Έχει επίσης αναφερθεί ότι η γύμναση επιφέρει μεγαλύτερη ανοχή στον πόνο.

Από τα παραπάνω κρίνεται απαραίτητο, όταν ο προπονητής κάνει τον ετήσιο προγραμματισμό και τον σχεδιασμό της προπόνησης, να λαμβάνει υπόψη του τις ημερομηνίες που συμπίπτουν με τα διάφορα στάδια του καταμήνιου κύκλου κάθε αθλήτριάς του. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις αθλήτριες χρησιμοποιούν φάρμακα (οιστρογόνα-προγεστερόνη) για να μεταθέσουν τεχνητά την περίοδο της εμμήνου ρύσεως σύμφωνα με την επιθυμία τους.

Ένα από τα συχνότερα γυναικολογικά προβλήματα είναι οι διαταραχές της εμμήνου ρύσεως, που εμφανίζουν σε υψηλότερο ποσοστό οι αθλήτριες και ιδιαίτερα οι υψηλού επιπέδου σε σύγκριση με τις μη αθλήτριες.
Φυσιολογικός καταμήνιος κύκλος ή ευμηνόρροια χαρακτηρίζεται ο κύκλος που διαρκεί από 23 έως 38 ημέρες.

Ως δυσμηνόρροια αντίθετα ορίζεται η επώδυνη εμμηνορυσία, η οποία διακρίνεται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή. Στην πρωτοπαθή δυσμηνόρροια δεν υπάρχει ένδειξη οποιασδήποτε παθολογικής κατάστασης της πυέλου. Ο πόνος έχει μορφή κολικού και είναι πιο οξύς στην κάτω κοιλία, αλλά μπορεί να έχει και αντανάκλαση στη ράχη και στους μηρούς. Πιστεύεται ότι ο πόνος οφείλεται σε ισχαιμία του μυομητρίου, η οποία επιφέρει τοπικά υποξία. Σ’αυτή τη μορφή δυσμηνόρροιας παρουσιάζονται ιδιαίτερα υψηλά τα επίπεδα των ενδομητρικών προσταγλανδίδων PGE2 και PGF2 κατά την εμμηνορρυσία, που προκαλούν σύσπασητων λείων μυϊκών ινώντου μυομητρίου, αγγειοσύσπαση και διέγερση των νευρικών απολήξεων, που φέρουν υποδοχείς του πόνου. Οι προσταγλανδίνες επίσης ενοχοποιούνται και για τη ναυτία, τη διάρροια, τους πονοκεφάλους και την οσφυαλγία που αποτελούν συνοδά συμπτώματα της δυσμηνόρροιας. Η δευτεροπαθής δυσμηνόρροια είναι αποτέλεσμα κάποιας οργανικής πάθησης της πυέλου, όπως ενδομητρίωση, φλεγμονώδεις παθήσεις της πυέλου, κύστες των ωοθηκών κ.α.

Ως ολιγοαμηνόρροια χαρακτηρίζεται η εμφάνιση 3-6 καταμήνιων κύκλων τον χρόνο ή η κατάσταση που ο κύκλος διαρκεί 39-90 ημέρες.

Ως αμηνόρροια ορίζεται η απουσία καταμήνιου κύκλου για τουλάχιστον 3 μήνες.
Η αμηνόρροια διακρίνεται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή. Πρωτοπαθής αμηνόρροια χαρακτηρίζεται η μη εμφάνιση εμμήνου ρύσεως μέχρι την ηλικία των 16 ετών ή η μη έναρξη της ανάπτυξης των μαστών και της τριχοφυίας στο εφήβαιο μέχρι την ηλικία των 14 ετών. Δευτεροπαθής αμηνόρροια χαρακτηρίζεται η καθυστέρηση επανεμφάνισης της εμμήνου ρύσεως για διάστημα που ξεπερνά τις 90 μέρες.

Έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχει καθυστέρηση της εμφάνισης εμμήνου ρύσεως σε αθλήτριες σε σύγκριση με κοπέλες που δεν ασκούνται και ότι υπάρχει συσχέτιση της ηλικίας εμφάνισης της εμμήνου ρύσεως και του είδους της άσκησης, καθώς και τουεπιπέδου της αθλήτριας. Αθλήτριες υψηλού επιπέδου που προπονούνται καθημερινά με μεγάλη ένταση και επιβάρυνση παρουσιάζουν συνήθως σε μεγάλη συχνότητα πρωτοπαθή αμηνόρροια. Η έναρξη της εμμήνου ρύσεως στα 16-18 έτη αποτελεί συχνό φαινόμενο (12-45%) σε δρομείς μεγάλων αποστάσεων, σε αθλήτριες τους ρυθμικής αγωνιστικής ή ενόργανης γυμναστικής, σε αθλήτριες ομαδικών αγωνισμάτων κ.α. Το 15-60% των αθλητριών εμφανίζει αμηνόρροια, σε αντίθεση με τον συνολικό πληθυσμό, όπου μόνο το 3-5% των γυναικών πάσχει από αμηνόρροια.
Για τη διάγνωση της αθλητικής αμηνόρροιας απαραίτητη είναι η λήψη καλού ιστορικού, η κλινική εξέταση και η λεπτομερής εργαστηριακή διερεύνηση για να αποκλειστούν φυσιολογικές ή παθολογικές καταστάσεις, όπως η εγκυμοσύνη, η δεισλειτουργία του θυρεοειδούς, οι ενδοκρινείς διαταραχές, οι γενετικές ανωμαλίες, η υπερέκκριση ανδρογόνων, το προλακτίνωμα, το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών κ.α.

Έχουν υποστηριχθεί διάφορες θεωρίες και μηχανισμοί, που όμως δεν προκαλούν από μόνοι τους αμηνόρροια, αλλά όλοι μαζί φαίνεται ότι συμβάλουν στην εμφάνισή της. Μερικές από τις πιο σημαντικές θεωρίες είναι οι παρακάτω :

ΘΕΩΡΙΑ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΒΑΡΟΥΣ ΚΑΙ ΕΛΑΤΤΩΜΕΝΗΣ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ ΣΩΜΑΤΙΚΟΥ ΛΙΠΟΥΣ

Διάφορες έρευνες έχουν αποδείξει ότι η ύπαρξη ποσοστού περίπου 17% σωματικού λίπους είναι απαραίτητη για την εμμηναρχή και 22% για τη διατήρηση φυσιολογικού καταμήνιου κύκλου.
Αθλήτριες που υποβλήθηκαν σε προγράμματα δίαιτας, σε συνδυασμό με συστηματική, εξαντλητική προπόνηση, εμφάνισαν μεγάλη απώλεια βάρους και σημαντική μείωση του ποσοστού σωματικού λίπους, με αποτέλεσμα την εμφάνιση σοβαρών διαταραχών στον καταμήνιο κύκλο τους.
Μια πιθανή εξήγηση της σχέσης δομικού λίπους-εμμήνου ρύσεως είναι η δυνατότητα μετατροπής των ανδρογόνων σε οιστρογόνα στα περιφερειακά λιποκύτταρα. Η απουσία λοιπόν ικανού αριθμού λιποκυττάρων περιορίζει τη δυνατότητα αυτή και ελαττώνει τη δραστηριότητα των οιστρογόνων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση αυξημένων επιπέδων τεστοστερόνης, τη μειωμένη διέγερση των γοναδοτροπινών και την εμφάνιση δευτεροπαθούς αμηνόρροιας.
Άλλη εξήγηση είναι το ότι οι αθλήτριες με χαμηλότερα ποσά δομικού λίπους πιθανώς να ασκούνται περισσότερο, στο μεγαλύτερο ποσοστό να είναι υψηλών επιδόσεων και έτσι να βρίσκονται συνεχώς υπό το ψυχολογικό stress κατάκτησης της νίκης.
Είναι γενικώς αποδεκτό ότι το άγχος και οι συναισθηματικές διαταραχές συνδέονται με διαταραχές της διατροφής, μέχρι και εμφάνισης ψυχογενούς ανορεξίας.
Υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος σε αυτή τη θεωρία, καθώς υπάρχουν αθλήτριες με μειωμένο ποσοστό σωματικού λίπους που έχουν ευμηνόρροια και αθλήτριες που έχουν αυξημένο ποσοστό λίπους  και όμως είναι αμηνορροϊκές.
Επίσης αναφέρονται παραδείγματα αθλητριών με δευτεροπαθή αμηνόρροια που αναγκάστηκαν να διακόψουν την προπόνηση λόγω ασθένειας ή τραυματισμού, και, χωρίς να αυξήσουν το βάρος τους ή να μεταβάλουν το ποσοστό λίπους, εμφάνισαν ξανά έμμηνο ρύση.

ΘΕΩΡΙΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗΣ

Είναι γενικώς αποδεκτό ότι το άγχος και οι συναισθηματικές διαταραχές συνδέονται με μια μορφή δευτερογενούς αμηνόρροιας που καλείται ψυχογενής αμηνόρροια. Χαρακτηρίζεται από ορμονικές διαταραχές και κυρίως από δυσλειτουργία του υποθαλάμου.
Οι μέχρι σήμερα όμως έρευνες δεν έχουν αποδείξει ότι οι αμηνορροϊκές αθλήτριες δέχονται μεγαλύτερη ψυχολογική επιβάρυνση σε σύγκριση με τις ευμηνορροϊκές.

ΘΕΩΡΙΑ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΝΔΟΚΡΙΝΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

Η Prior το 1982 διατύπωσε την άποψη ότι οι ορμονικές μεταβολές που παρατηρούνται σε αθλήτριες αντοχής αποτελούν προσαρμογές της προπόνησης ανάλογες με τις καρδιαγγειακές και τις μυοσκελετικές. Υποστηρίζει μάλιστα ότι και ο υποθάλαμος δέχεται τις επιδράσεις της συστηματικής άσκησης και προσαρμόζεται σταδιακά. Σε αρκετές αθλήτριες, ιδιαίτερα δρόμων αντοχής, έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχει μια άμεση συσχέτιση ανάμεσα στο ρυθμό και την ένταση της προπόνησης και στη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών της εμμήνου ρύσεως. Οι προσαρμογές αυτές όμως από άλλες έρευνες φαίνεται ότι δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της άσκησης, αλλά και του είδους διατροφής, της απώλειας βάρους, καθώς και άλλων παραγόντων.
Έχει διαπιστωθεί ότι η έντονη άσκηση σε συνδυασμό με ελαττωμένη διατροφική πρόσληψη επηρεάζει την έκκριση ορμονών, όπως της λεπτίνης, της αδιπονεκτίνης και της γρυλίνης, που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό, αλλά και των νευροενδοκρινικών λειτουργιών που έχουν σχέση με την αναπαραγωγή.
Έτσι, υποστηρίζεται ότι η αθλητική αμηνόρροια είναι μεν αποτέλεσμα των ενδοκρινικών μεταβολών κατά την άσκηση, ωστόσο όμως φαίνεται ότι αυτές δεν είναι ειδικές, αλλά είναι όμοιες με εκείνες που συμβαίνουν όταν το άτομο χάσει απότομα πολύ σωματικό βάρος, όταν πάσχει από σοβαρή ασθένεια ή υποβάλλεται σε έντονο ψυχολογικό στρες.

ΘΕΩΡΙΑ ΥΠΕΡΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Ο Warren το 1980 υποστήριξε ότι η υπερβολική κατανάλωση ενέργειας σε κάθε φυσική δραστηριότητα παίζει σημαντικό ρόλο στο σύστημα υποθάλαμος-υπόφυση, και σε συνδυασμό με το μειωμένο σωματικό βάρος μπορεί να παρατείνουν την προεφηβική φάση και να προκαλέσουν αμηνόρροια. Φαίνεται ότι η υπερβολική κατανάλωση ενέργειας σε συνδυασμό με την ψυχολογική επιβάρυνση του συναγωνισμού, τη λανθασμένη διατροφή και την έλλειψη ανάπαυσης διαταράσσουν την ισορροπία ανάμεσα στην παραγόμενη και τη διαθέσιμη ενέργεια. Ο υποθάλαμος λοιπόν προσπαθεί να διατηρήσει όσο το δυνατό περισσότερη ενέργεια για την πραγματοποίηση των λειτουργιών του οργανισμού σε βάρος της αναπαραγωγικής λειτουργίας.

ΘΕΩΡΙΑ ΥΠΕΡΠΡΟΛΑΚΤΙΝΑΙΜΙΑΣ

Η αμηνόρροια συνδέεται με την κυκλοφορία υψηλών επιπέδων προλακτίνης, η οποία ως γνωστό εκκρίνεται από την αδενοϋπόφυση. Τα υψηλά επίπεδα προλακτίνης δρουν ανασταλτικα στην επενέργεια των γοναδοτροπινών και εμποδίζουν την εμφάνιση ωοθυλακιορρηξίας. Θεωρητικά θα μπορούσε έτσι να προκληθεί αμηνόρροια. Υπάρχουν όμως και εργασίες που δεν βρίσκουν αυξημένα επίπεδα προλακτίνης σε αμενορροϊκές αθλήτριες. Εκτός από την αύξηση των επιπέδων της προλακτίνης, υποστηρίχθηκε ότι σε ορισμένες αθλήτριες η αύξηση των β-ενδορφινών, ή και άλλων νευροπεπτιδίων στον εγκέφαλο κατά την έντονη άσκηση, οδηγούν σε ελάττωση της έκκρισης της εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών από τον υποθάλαμο, και προκαλούν αμηνόρροια ή ολιγομηνόρροια.

ΘΕΩΡΙΑ ΠΡΩΙΜΗΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ

Οι αθλήτριες που ξεκινούν πολύ νεαρές την αθλητική τους δραστηριότητα φαίνεται να εμφανίζουν σε μεγαλύτερα ποσοστά διαταραχές της εμμήνου ρύσεως.
Ιδιαίτερα για όσες ξεκινούν την άθληση πριν από την εμφάνιση της εμμήνου ρύσεως υποστηρίζεται ότι η έναρξη της τελευταίας καθυστερεί περίπου κατά 5 μήνες από την αναμενόμενη ηλικία για κάθε 1 έτος φυσικής δραστηριότητας που προηγήθηκε.

Από το πλήθος των θεωριών γίνεται αντιληπτό ότι η αμηνόρροια και η ολιγοαμηνόρροια είναι πολυπαραγοντικές διαταραχές. Φαίνεται ότι κύρια αιτία πρόκλησης είναι η δυσλειτουργία του συστήματος υποθαλάμου-υπόφυσης και κυρίως η μείωση του ρυθμιστικού υποθαλαμικού παράγοντα GnRH, ο οποίος ρυθμίζει την έκκριση της FSH και της LH από την αδενοϋπόφυση και επομένως δεν επιτελείται η ωοθυλακιορρηξία. Σημαντικό ρόλο επίσης παίζουν τα αυξημένα επίπεδα ενδορφινών, μελατονίνης και κορτιζόλης.
Για τη διάγνωση της αθλητικής αμηνόρροιας απαραίτητη είναι η λήψη καλού ιστορικού, η κλινική εξέταση και λεπτομερής εργαστηριακή διερεύνηση για να αποκλειστούν φυσιολογικές ή παθολογικέςκαταστάσεις, όπως η εγκυμοσύνη, η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς, ενδοκρινικές διαταραχές, γενετικές ανωμαλίες, υπερέκκριση ανδρογόνων, προλακτίνωμα,σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών κ.α.
Η ορθή δίαιτα και η ελάττωση της έντασης της άσκησης συνήθως αποκαθιστούν σύντομα τις διαταραχές αυτές. Η έντονη άσκηση, καθώς και οι εμφανιζόμενες διαταραχές της εμμήνου ρύσεως, εφόσον αποκατασταθούν, δεν φαίνεται ότι επηρεάζουν δυσμενώς τη γονιμότητα στις αθλήτριες. Ωστόσο, οι σοβαρές διαταραχές του γενετικού κύκλου στις αθλήτριες θα πρέπει να θεραπεύονται, γιατί έχει αποδειχτεί ότι υπάρχουν δυσάρεστες συνέπειες από την παρατεταμένη αμηνόρροια.
Αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις σκολίωσης και αυξημένος αριθμός μυοσκελετικών κακώσεων σε αμηνορροϊκές αθλήτριες. Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος της οστεοπενίας ή της πρώιμης οστεοπόρωσης, όταν η αμηνόρροια έχει παρατεταμένη διάρκεια.
Μάλιστα σε μεγάλες σειρές από έρευνες σε αμηνορροϊκές αθλήτριες αναφέρεται σημαντική μείωση της οστικής πυκνότητας, κυρίως στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Επιπλέον, βρέθηκε ότι οι τιμές της οστεοπενίας των αθλητριών σε αμηνόρροια είναι παρόμοιες με αυτές των γυναικών με εμμηνόπαυση.
Οι διαταραχές του οστικού μεταβολισμού οφείλονται στο γεγονός ότι τα οιστρογόνα και πιθανώς η προγεστερόνη παίζουν προστατευτικό ρόλο στα οστά, αυξάνοντας την απορρόφηση του ασβεστίου από τον οργανισμό και την εναπόθεσή του στα οστά.
Επίσης, τα μειωμένα επίπεδα οιστρογόνων στις αμηνορροϊκές αθλήτριες μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση των επιπέδων των λιπιδίων στο αίμα και να προκαλέσουν πρώιμη αθηροσκλήρωση.
Υπάρχει, τέλος αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου των γεννητικών οργάνων σε αμηνορροϊκές γυναίκες.

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΤΡΙΑΔΑΣ

Το σύνδρομο της αθλητικής τριάδας ορίζεται ως η συνύπαρξη χαμηλής ενεργειακής πρόσληψης (με ή χωρίς διατροφικές διαταραχές), διαταραχών εμμήνου ρύσεως και χαμηλής οστικής πυκνότητας, και εμφανίζεται κυρίως σε αθλήτριες που προπονούνται εντατικά. Παρόλο που το σύνδρομο της αθλητικής τριάδας εμφανίζεται σε όλα τα αθλήματα και τις αθλητικές δραστηριότητες, συναντάται συνήθως σε αθλήματα όπου δίνεται έμφαση στο χαμηλό σωματικό βάρος, όπως η ενόργανη γυμναστική, το καλλιτεχνικό πατινάζ, οι καταδύσεις, το τρέξιμο, έτσι ώστε οι αθλήτριες να έχουν καλύτερη σωματική εικόνα και αθλητική απόδοση. Τα συμπτώματα του συνδρόμου ποικίλλουν σε βαρύτητα (μειωμένη απόδοση, κούραση, μειωμένη ανοσία, έλλειψη συγκέντρωσης, αυξημένη συχνότητα τραυματισμών κατά τη διάρκεια των προπονήσεων, αμηνόρροια, ψυχολογικές διαταραχές), έχουν όμως σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία των αθλητριών (παρατεταμένη αμηνόρροια, αυξημένος κίνδυνος για κατάγματα και αθλητικές κακώσεις, προεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση κ.α.) και είναι πιθανώς απειλητικά για τη ζωή των αθλητριών, αν δεν εντοπιστούν και αντιμετωπιστούν εγκαίρως. Η μείωση της έντασης της άσκησης, η βελτίωση της διατροφής και η ψυχολογική στήριξη συνήθως βοηθούν στην αποκατάσταση της υγείας.

Οι απόψεις είναι αντικρουόμενες για το εάν μία αθλήτρια επιτρέπεται ή απαγορεύεται να ασκείται εντατικά κατά τις ημέρες της εμμήνου ρύσεως.
Πολλές αθλήτριες αποφεύγουν να συμμετάσχουν σε επίσημους αγώνες κατά τις ημέρες της εμμηνορρυσίας ή προσπαθούν φαρμακευτικά να τις μετατοπίσουν. Ωστόσο, η άποψη που επικρατεί είναι ότι όλες οι γυναίκες μπορούν να ασκούνται ελεύθερα κατά τις ημέρες αυτές, εκτός εάν εμφανίζουν διάφορα δυσάρεστα συμπτώματα, όπως κοιλιακά άλγη, κεφαλαλγία κ.α., ή η απόδοσή τους επηρεάζεται σημαντικά κατά την εμμηνορρυσία. Ακόμη και η κολύμβηση δεν αντενδείκνεται, όταν χρησιμοποιούνται κατάλληλα κολπικά ταμπόν και λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα ατομικής υγειηνής.
Δεν υπάρχει συμφωνία απόψεων για την επίδραση της εμμήνου ρύσεως στη δύναμη, την ευκινησία ή στον χρόνο αντίδρασης κατά την άσκηση. Ορισμένες αθλήτριες παρουσιάζουν μείωση της επίδοσής τους κατά την προεμμηνορρυσιακή περίοδο ή στις πρώτες μέρες της εμμηνορρυσίας.

Η μηνιαία απώλεια αίματος προκαλεί ή επιδεινώνει την αναιμία (σιδηροπενική) σε ορισμένες αθλήτριες, με αποτέλεσμα την ελάττωση της απόδοσής τους.
Οι γυναίκες που βρίσκονται στη γόνιμη περίοδο έχουν μια καθημερινή απώλεια σιδήρου περίπου 1,5 mg την ημέρα, δηλαδή διπλάσια από τους άνδρες. Η απώλεια αυτή γίνεται μεγαλύτερη κατά τις ημέρες της εμμηνόρρυσιας. Έτσι, συχνά δεν καλύπτεται η απαραίτητη καθημερινή πρόσληψη 18mg σιδήρου από τη συνήθη μόνο διατροφή. Το γεγονός αυτό οδηγεί αρκετές αθλήτριες να προτιμούν στη δίαιτά τους είδη διατροφής πλούσια σε σίδηρο ή να προσλαμβάνουν φαρμακευτικά σκευάσματα σιδήρου.

 

*Η ωχρινική φάση ονομάζεται και εκκριτική φάση. Στη φάση αυτή σημαντικό ρόλο παίζει το ωχρό σωμάτιο, το στερεό σώμα που σχηματίζεται στις ωοθήκες μετά την απελευθέρωση του ωαρίου από την ωοθήκη. Το ωχρό αυτό σωμάτιο συνεχίζει να αυξάνεται για αρκετό διάστημα μετά την ωορρηξία και παράγει αξιόλογες ποσότητες ορμονών και κυρίως προγεστερόνης.

** Ωοθυλακιορρηξία ονομάζουμε τη ρήξη του ωοθυλακίου και την απελευθέρωση του ωαρίου. Με την ωοθυλακιορρηξία συντελείται η απελευθέρωση του ώριμου ωαρίου από το γρααφιανό ωοθυλάκιο.

 

Βιβλιογραφία:
ΑΣΤΕΡΙΟΣ Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ 2016 ΙΑΤΡΙΚΗ ΤΗΣ ΑΘΛΗΣΗΣ  ΕΚΔΟΣΕΙΣ UNIVERSITY STUDIO PRESS
ΔΡ. ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΚΕΑΣ 2000 ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΤΟΥ ΔΡΟΜΕΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΣΔΕΚΗΣ

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Ο Γιάννης Βαφειάδης ασχολείται με τις αθλητικές επιστήμες και είναι λάτρης των δρόμων αντοχής.

Αφήστε μια απάντηση