Κατηγορία: Racer
Υψη σόλας: 39/35mm
Βάρος: 177 γρ.
Το Adios Pro 4 είχε τεράστια εμπορική επιτυχία. Απολύτως δικαιολογημένα, αφού κατάφερε να συνδυάσει στοιχεία που το έκαναν αποδοτικό ως racer αλλά συγχρόνως και προσιτό σε ένα μεγάλο εύρος δρομέων. Νέος αφρός και γεωμετρία, χαμηλό βάρος και εξαιρετικό upper. Έχασε μεν σε σταθερότητα, κάτι όμως που δεν φάνηκε να αποτρέπει το κοινό. Μπορεί να μεσολάβησαν δυόμισι ολόκληρα χρόνια από το Adios Pro 3, το αποτέλεσμα όμως έδειξε πως εκεί στο Herzogenaurach αξιοποίησαν στο έπακρο όλο αυτό το διάστημα. Εν ολίγοις, άλλο παπούτσι.
Τα τελευταία δύο χρόνια η Adidas βρίσκεται σε δημιουργικό οίστρο. Τόσο η σειρά Adizero όσο και τα νέα της προπονητικά με τον Hyperboost Pro, δείχνουν την επαναπροσέγγιση της εταιρείας στο κομμάτι του running. Δεν ακολουθεί πλέον τις εξελίξεις, αλλά τις οδηγεί. Τα Evo 3 και Evo SL είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Όπως και με το Adios Pro 4, έτσι και στην περίπτωση του νέου μοντέλου οι σχεδιαστές ξεκίνησαν από λευκό χαρτί. Μόνο οι παχιές ρίγες παρέμειναν, όλα τα υπόλοιπα αναθεωρήθηκαν και άλλαξαν.
Επάνω μέρος και εφαρμογή
Το upper του v4 ήταν σχεδόν άψογο και αντίστοιχη φιλοσοφία ακολουθείται κι εδώ. To LightLock 2.0 αποτελείται από πολύ λεπτό ύφασμα, με την ίδια “μεταξωτή”, απαλή υφή και εξίσου κλειστή πλέξη. Ο προφυλακτήρας μπροστά είναι μεγαλύτερος και πιο άκαμπτος, ενώ οι δύο ρίγες δομούν το toe box.


Πυκνή ύφανση, με την διαπνοή να βασίζεται στο πολύ λεπτό mesh.
Εξίσου ελαφρύ και το μεσαίο τμήμα, με τις υπόλοιπες ρίγες και δύο σειρές από υφασμάτινα underlays να βοηθούν στο κράτημα.

3-Stripes. Πέρα από χαρακτηριστικές, είναι και λειτουργικές.
Η γλώσσα είναι από ακόμη λεπτότερο ύφασμα, έχοντας μία υποτυπώδη ενίσχυση στο κέντρο. Είναι ραμμένη στα πλαϊνά σε δύο σημεία και κάθεται τέλεια στην θέση της εξ αρχής. Το προτιμώ σε σχέση με τις κλασικές ελαστικές ταινίες, νομίζω. Απλά σε δυσκολεύει λίγο όταν πας να φορέσεις το παπούτσι, γι’ αυτό μια μία θηλιά πίσω θα διευκόλυνε τα πράγματα. Κατά τ’ άλλα, η Adidas μάλλον βαρέθηκε να ακούει εδώ και χρόνια την γκρίνια όλων μας για τα απαράδεκτα κορδόνια των Adizero και αποφάσισε επιτέλους να τα αλλάξει. Λεπτά, οδοντωτά και ωραία, σφίγγουν σωστά και κυρίως, δεν λύνονται.

Racing η σχεδίαση της γλώσσα, χωρίς καθόλου αφρώδες.

Παλιά και δοκιμασμένη συνταγή της εταιρείας.
Αγωνιστικό κολάρο πίσω, εύκαμπτο και με λίγο υλικό. Επενδύεται από δύο τμήματα μαλακού αφρώδους, σχεδίαση αντίστοιχη με του v4. Το αναδιπλούμενο ύφασμα στο τέλειωμα, με το κρυμμένο μήνυμα, δεν υπάρχει πλέον. Κρίμα γιατί ήταν ωραία λεπτομέρεια.


Η σχεδίαση του προηγουμένου μοντέλου με είχε αφήσει απόλυτα ικανοποιημένο και το ίδιο ισχύει και εδώ. Κάποιες μικρές αλλαγές που έχουν γίνει, νομίζω πως το βελτιώνουν συνολικά.
To toe box είναι λίγο φαρδύτερο από πριν, αλλά και πάλι όχι αντικειμενικά φαρδύ. Παραμένει όμως ρηχό. Κλασική performance γραμμή δηλαδή, με έμφαση στο κράτημα. Φοβόμουν λίγο τον πιο structured προφυλακτήρα, όμως δεν τον καταλαβαίνεις καν. Αντιθέτως, κρατάει και ψηλά το ύφασμα.

Στρογγυλεμμένο τελείωμα αλλά κλείνει λίγο απότομα στο μικρό δάχτυλο.
Στο midfoot η εφαρμογή έρχεται γάντι. Η ραμμένη στα πλαϊνά γλώσσα δίνει αυτή την κλειστή και σίγουρη αίσθηση που θες από ένα μοντέλο της κατηγορίας, ακόμη κι αν δεν το δέσεις. Γι’ αυτό και δεν απαιτεί ιδιαίτερο σφίξιμο, αλλά αν θελήσεις, τα κορδόνια δεν περνούν καμμία πίεση στο πόδι. Ούτε λύνονται ή χαλαρώνουν, όπως συνέβαινε πριν.

Το AP5 έχει πλέον τα κορδόνια που πρέπει.
Η φτέρνα συγκρατείται πολύ σωστά, μάλλον καλύτερα και από του V4 όπου χρειαζόταν να κάνω το lock-lacing. Τα μαξιλαράκια δίνουν μία στοιχειώδη άνεση, ενώ η εύκαμπτη κατασκευή παίρνει το σχήμα του οστού.

Το μόνο δομημένο σημείο του κολάρου είναι η κάθετη ενίσχυση στο πίσω μέρος.
Λίγη προσοχή ίσως χρειάζεται η ακμή στο τελείωμα του κολάρου, πριν το μικρό κομμάτι υφάσματος, η οποία είναι κάπως “αιχμηρή”. Την πρώτη φορά μου έδωσε έναν ελαφρύ ερεθισμό στην περιοχή του Αχιλλείου και στα δύο πόδια, μετά όμως δεν είχα ξανά θέμα. Οπότε αποφύγετε καλύτερα τις πολύ κοντές κάλτσες.

Το συνθετικό υλικό είναι μεν λεπτό αλλά και άκαμπτο.

Το “επικίνδυνο” σημείο.
Πάρα πολύ καλή η σχεδίαση του επάνω μέρους, τόσο σαν υλικά, όσο και εφαρμογή. Εντελώς απροβλημάτιστο και ελαφρύ, ισορροπώντας μεταξύ του κρατήματος που απαιτούν οι γρήγοροι ρυθμοί και της άνεσης που θες στις μεγάλες αποστάσεις. Θεωρώ ότι θέμα στενότητας θα έχουν μόνο εκείνοι με πολύ φαρδύ ή ογκώδες πέλμα.

Σχετικά με το νούμερο, θα έλεγα πως εδώ πάτε με σιγουριά στο κανονικό σας. Θυμίζω ότι τo v4, ενώ έδειχνε απόλυτα true to size και με σωστό fit, τελικά όλοι συμφωνούσαν πως για τα 42Κ έπρεπε να ανέβεις μισό νούμερο. Θεωρώ πως εδώ δεν έχουμε μία τέτοια περίπτωση.
Σόλα και πάτημα
Οπτικά, οι σόλες των Adios Pro 4 και 5 δείχνουν σχεδόν πανομοιότυπες. Στην πραγματικότητα ωστόσο είναι εντελώς διαφορετικές, με αυτή του νέου μοντέλου να επιβεβαιώνει την καινούργια κατεύθυνση των αγωνιστικών της Adidas.
Αρχιικά αναφερόμαστε στην κατάργηση των Energy Rods, των πέντε ανεξαρτήτων ράβδων που ενσωματώνονταν στην σόλα έως τώρα. Πλέον αντικαθίστανται από το Energy Rim, ένα περιμετρικό χείλος από carbon-infused υλικό, το οποίο είναι τοποθετημένο στην περιφέρεια της σόλας. Ενδιάμεσα έχουμε μόνο αφρό και τίποτε άλλο.

Η Adidas πρωτοτύπησε με τα rods to 2021 και τώρα κάνει το επόμενο βήμα.
Πρωτοείδαμε το Energy Rim στο παπούτσι που έσπασε τις 2 ώρες στον μαραθώνιο (από δύο αθλητές μάλιστα), το Adios Pro Evo 3 των 97 γραμμαρίων. Οπότε δεν τίθεται θέμα για την αποτελεσματικότητα της σχεδίασης. Θα το δούμε και παρακάτω. Αναμενόμενο λοιπόν να περάσει η τεχνολογία και στα πιο mainstream μοντέλα, όπως αυτό της δοκιμής μας, αλλά και πιθανώς τα επόμενα Boston και Takumi Sen.

Από εκεί και πέρα, αλλαγές έχουμε και στον αφρό. Το TPEE υλικό που αποτελούσε τον LightStrike Pro όλα αυτά τα χρόνια, αντικαθίσταται από δύο διαφορετικές συνθέσεις. Η επάνω στρώση της σόλας είναι από Peba και η κάτω από Aliphatic TPU. Τοπ επιλογές αμφότερες, με τον πρώτο να προσφέρει πιο μαλακό cushioning και τον δεύτερο το responsiveness και την σταθερότερη συμπεριφορά του. Προφανώς και δεν τους αντιλαμβάνεσαι ως ξεχωριστά κομμάτια, αφού δουλεύουν ενιαία.

Ίδιο όνομα, διαφορετικά υλικά.
Το μεγάλο κενό κάτω από την καμάρα, όπως και η αυλάκωση που χώριζε το πίσω μέρος στα δύο, δεν υπάρχουν πια. Το πρώτο αποτελούσε αμφιλεγόμενη σχεδιαστική επιλογή για το παπούτσι, κάνοντάς το ασταθές στο σημείο. Γεμάτη παντού και full contact η σόλα τώρα.

Η καμάρα υποστηρίζεται από επιπλέον αφρό και την προέκταση του rim.
Στην εξώσολα συναντούμε κι εδώ το LIGHTTRAXION. Πρόκειται για ένα είδος πολυουρεθάνης, η οποία είναι ελαφρύτερη, ανθεκτικότερη και πιο μαλακή συγκριτικά με το παραδοσιακό λάστιχο. Πλήρης κάλυψη, πλην ενός τμήματος εξωτερικά και μπροστά. Περισσότερα επ’ αυτού στην συνέχεια. Κάτω από το μεγάλο δάχτυλο έχει τοποθετηθεί ένα μικρό τμήμα από Continental, αφού θεωρητικά εκεί είναι το σημείο που φορτίζεται περισσότερο κατά την απογείωση.


Ασχέτως συνθηκών, το Lighttraxion κρατάει σαν σε γερμανική άσφαλτο!
Η πρόσφυση είναι απλά υπεράνω κριτικής. Έτυχε να το τρέξω σε λείο τσιμέντο, στροφές και με βροχή ταυτόχρονα και το παπούτσι δεν καταλάβαινε απολύτως τίποτα. Άνοιξα μάλιστα, επίτηδες για να το “προκαλέσω”, και παρέμενε βράχος.

Δεν γίνεται να μην αναφερθούμε και στην πολύ ιδιαίτερη λεπτομέρεια στο τελείωμα της φτέρνας. Στο κάτω μέρος του κολάρου αναγράφεται το ADIZERO ανάποδα και ανακλάται στην επιφάνεια-καθρέφτη του επάνω μέρους της σόλας.

Tο νέο Adios Pro λοιπόν, αποκτάει έναν διαφορετικό χαρακτήρα. Δεν αλλάζει εντελώς αυτόν που ξέραμε, επιδιώκει όμως να δώσει και άλλα πράγματα.

Πρώτ’ απ’ όλα έχει αισθητά πιο μαλακή και bouncy συμπεριφορά σε σχέση με το v4. Πλέον το πόδι πατάει σε ένα ανόθευτο στρώμα αφρού, χωρίς τα rods ενδιάμεσα να διακόπτουν την συμπίεσή του. Δεν έχει την super squishy αίσθηση σολών όπως π.χ. του Endorphin Elite ή του Metaspeed Sky, είναι όμως αντικειμενικά πολύ μαλακό. To rim ωστόσο δεν τον αφήνει να απλώσει ανεξέλεγκτα.
Κάποιες παλαιότερες μελέτες είχαν δείξει ότι η επιστροφή ενέργειας μίας σόλας εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου στον αφρό, με την πλάκα να συνεισφέρει ελάχιστα. Αυτό εξηγεί και την μεγαλύτερη ελαστικότητα και απόκριση του μοντέλου, παρά την απουσία των ράβδων. Ο LS Pro συμπιέζεται ελεύθερα, φορτίζεται βαθύτερα και αποσυμπιέζεται πιο αποδοτικά. Παίζει ρόλο και η νέα σύνθεσή του, βέβαια. Να σημειώσω
ότι, εν αντιθέσει με τους περισσοτέρους, προσωπικά δεν αισθανόμουν το Adios Pro 4 να δουλεύει τόσο με το rebound. Παρόλο που και οι μετρήσεις έδειχναν το αντίθετο. Αντιθέτως, εδώ βρίσκω πολύ ενεργητικό τον αφρό, έχοντας ξεκάθαρα το χαρακτηριστικό pop που περιμένεις από τέτοα υλικά.

Νέα σόλα, με βελτιωμένη συμπεριφορά και απόδοση.
Όσον αφορά το energy rim, η δουλειά του περιορίζεται στο να σταθεροποιεί την μαλακή βάση, δίνοντας και την απαραίτητη στρεπτική ακαμψία. Επίσης, είναι σημαντικό το ότι λειτουργεί αθόρυβα και δεν το αντιλαμβάνεσαι καν. Είναι αρκετοί αυτοί που έλεγαν ότι ένοιωθαν τα rods κάτω από το πέλμα τους, βρίσκοντάς τα κάποιες φορές και ενοχλητικά.


Το πόδι παίρνει όλες τις ιδιότητες του αφρού, χωρίς τίποτα να τις μετριάζει.
Αναφερθήκαμε παραπάνω στον νέο χαρακτήρα του μοντέλου, οπότε ας τον εξηγήσουμε. Η αφαίρεση των ράβδων καθιστά το παπούτσι λιγότερο απόλυτο απ’ όσο τα αντίστοιχα με carbon plate. Δεν είναι απαιτητικό, δεν θέλει οπωσδήποτε ρυθμό, ούτε και συγκεκριμένη μηχανική. Πρώτη φορά το έτρεξα σε ένα easy run, καθότι ανυπόμονος, και νόμιζα ότι φορούσα ένα λίγο πιο άκαμπτο και μαλακό Evo SL. Πολύ εύκολο και συνεργάσιμο, ασχέτως του πώς προσγειώνεσαι. Παρότι το energy rim διατηρεί την διαμήκη ακαμψία, το πόδι μπορεί και δουλεύει μέσα στον μαλακό αφρό, έχοντας ένα μικρό flex, και δεν κοντράρεται όπως με μία κανονική πλάκα. Σίγουρα δεν χαρακτηρίζεται εύκαμπτο, ωστόσο αφήνει περιθώρια στο πέλμα για μία λίγο πιο φυσική κίνηση. Ή λιγότερο αφύσικη, αν προτιμάτε. Πολύ πιο smooth σε σχέση με την μηχανική αίσθηση ενός κλασικού super shoe.

Το forefoot είναι μαλακό και bouncy.
Το AP5 αποδίδει ιδανικά σε cruising mode, προσφέροντας efficiency αλλά κυρίως, άνεση και ευκολία. Κλειδώνεις ρυθμό και σε πάει. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι και γρήγορο. Ανεβάζοντας ταχύτητα, η σόλα ζωντανεύει κι άλλο και το bounce γίνεται αρκετά πιο αισθητό. Γρηγορότερη αντίδραση από τον LS Pro, με το rim να δίνει και την απαραίτητη κατευθυντικότητα. Ξεκούραστο και με γλυκό πάτημα,πιάνει τον ρυθμό και τον κρατάει χωρίς προσπάθεια. Επίσης, δεν απαιτεί να μεταφέρεις οπωσδήποτε πιο μπροστά το πάτημά σου, αφού η φτέρνα είναι αρκετά λειτουργική. Μην ξεχνάμε ότι εκεί βρίσκεται και ο πιο δυναμικός από τους δύο αφρούς.

Σύμμαχος σε όλα αυτά φυσικά και το βάρος, με την Adidas να το κατεβάζει κατά 25 ολόκληρα γραμμάρια. Κι είναι κάτι που φαίνεται στον δρόμο, ιδίως όταν κουραστείς.
Το έντονο rocker που χαρακτήριζε το Adios Pro 4 παραμένει κι εδώ. Αρχίζει πολύ νωρίς, στο 60% της σόλας, και σηκώνεται απότομα στο τέλος. Παρ’ όλα αυτά η αίσθηση δεν είναι τόσο χαρακτηριστική όσο πριν, καθώς δεν υπάρχουν τα rods να διατηρούν αμετάβλητη την γωνία. Ο μαλακός αφρός στα μετατάρσια υποχωρεί εύκολα από το φορτίο και η γωνία “χάνει μοίρες”.

Επιθετικό το στατικό rocker, λιγότερο όμως το δυναμικό.
Το μόνο αντιστάθμισμα για την ευκολία που απέκτησε το νέο Adidas, είναι στην τελική ταχύτητα και την αντίδραση. Η άδεια σόλα υστερεί σε επίπεδο μόχλευσης, κάτι που μία πλάκα ή τα rods θα σου παρείχαν. Σε πολύ γρήγορους ρυθμούς ή αλλαγές, το πόδι μένει παραπάνω μέσα στον αφρό και με μεγαλύτερη διαδρομή. Λείπει το υπομόχλιο και η πλήρης ακαμψία που θες σε τέτοιες περιπτώσεις, χάνοντας σε αμεσότητα και αίσθηση. Να πούμε βέβαια ότι αυτό θα γίνει αντιληπτό σε πιο οριακές συνθήκες και θα “καθυστερήσει” μόνο τους πραγματικά γρήγορους δρομείς. Απ’ την άλλη, αυτή η έλλειψη επιθετικότητας αποτελεί πλεονέκτημα για όλους εμάς τους υπολοίπους.

Το rim σταματάει πριν το τέλος της σόλας, αφαιρώντας από την δυναμική του toe-off.
Γι’ όλα αυτά λοιπόν, το παπούτσι αποτελεί επιλογή μαραθωνίου ακόμη και για τον μέσο ερασιτέχνη που θέλει να τρέξει με super shoe. Δεν θα τον κουράσει, δεν θα τον τιμωρήσει αν χάσει το form του, ενώ όταν θελήσει να ανοίξει, θα τον πάει γρήγορα. Το ίδιο ισχύει και για τα μεγάλα τρεξίματα που έχουν και ρυθμό, καθώς δεν το νοιώθεις δυσλειτουργικό μέχρι να μπεις στο γρήγορο κομμάτι.

Σε επίπεδο σταθερότητας δεν έχει να προσφέρει πολλά, όπως άλλωστε τα περισσότερα αγωνιστικά. Σίγουρα αποτελεί βελτίωση η αφαίρεση του κενού στην καμάρα, παρόλο που το σημείο παραμένει στενό, όπως και το πολύ φαρδύ και γεμάτο αποτύπωμα της σόλας αμέσως μετά. Εκεί το energy rim έχει και μία προέκταση προς τα κάτω, για έξτρα στήριξη. Επιπλέον, περιμετρικά η σόλα προεξέχει αρκετά από το επάνω μέρος, βοηθώντας το πέλμα να κρατηθεί επάνω της.

Πομπέ και γεμάτα πλαϊνά στην αρχη των μεταταρσίων.

Η σόλα εκτείνεται πλευρικά πέρα από το upper, δημιουργώντας ένα περιμετρικό χείλος.
Η φτέρνα είναι μεν στενή, γεμίζοντας όμως την αυλάκωση που είχε το AP4, γίνεται πιο συμπαγής. Εν πάση περιπτώσει, προσωπικά δεν αντιμετώπισα κάποιο θέμα σε όλα μου τα τρεξίματα, παρά το γεγονός ότι πρηνίζω αρκετά. Ένοιωθα ότι το rim συγκρατούσε κάπως το άπλωμα της σόλας και την κίνηση του ποδιού μου, ακόμη κι όταν το πάτημά μου ήταν νωθρό κι ο ρυθμός αργός. Το δε forefoot είναι αρκετά φαρδύ και δίνει μία ευθύβολη απογείωση.


Η στενή φτέρνα και το midfoot εξυπηρετούν ένα γρήγορο transition, αφαιρούν όμως από την σταθερότητα.
Και πάμε τώρα στο περιβόητο θέμα της ανθεκτικότητας της εξώσολας. Για όσους δεν γνωρίζουν, έχουν υπάρξει παράπονα για πολύ πρόωρη φθορά στο μακρόστενο τμήμα εμπρός και εξωτερικά, εκεί που ο αφρός είναι ακάλυπτος. Σε κάποιους είναι απλά η βαφή, σε κάποιους δείχνει να έχει προχωρήσει και πιο μέσα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, κατ’ αρχάς γιατί έχουμε δει και αλλού εξώσολες με εκτεθειμένο A-TPU και πέραν της επίστρωσης που ξεφτίζει, δεν υπάρχει φθορά στον αφρό αυτόν καθαυτόν. Παράδειγμα το Puma Elite. Επιπλέον, θα έπρεπε να συμβαίνει σε όλους, αν ήταν κατασκευαστικό ελάττωμα. Εγώ έχω τρέξει 50+ χιλιόμετρα μαζί του, τα περισσότερα στην σαγρέ επιφάνεια του στίβου, και δεν έχει εμφανιστεί κάτι αφύσικο.

Το πάτημά μου δε, εκτός από βαρύ, είναι τέτοιο που φορτίζει εξ αρχής και κατευθείαν το συγκεκριμένο σημείο. Κανονικά θα έπρεπε να την είχα σκάψει την εξώσολα, βάσει των παραπάνω.
Περιμένω να δω το feedback και από τους επομένους χρωματισμούς που θα κυκλοφορήσουν, αφού συνήθως η παραγωγή γίνεται σε πολλά διαφορετικά εργοστάσια, αναλόγως και του χρώματος. Κι αυτό αφορά τις πρώτες ύλες, την επεξεργασία τους και την τελική συναρμολόγηση. Είναι μεγάλη διαδικασία και πολλά τα στάδιά της, οπότε δεν αποκλείεται κάτι να “ξέφυγε” σε κάποια παρτίδα. Θεωρώ πάντως απίθανο να είναι εγγενές ελάττωμα του υλικού και κατ’ επέκταση του μοντέλου. Θα δούμε.
Συμπέρασμα
Με το Adios Pro 5 έκανα σχεδόν όλα τα είδη προπονήσεων και παντού το ευχαριστήθηκα. Μεγαλύτερο τρέξιμο, easy run, cruise intervals και πιο γρήγορα κομμάτια. Απροβλημάτιστο στα αργά, εξαιρετικό στα απαιτητικά.
Η ύπαρξη του Evo 3 δίνει την δυνατότητα στην Adidas να απευθυνθεί σε δύο διαφορετικά αγωνιστικά κοινά. Το hyper shoe της σχεδιάστηκε για τους elite και τους πολύ γρήγορους, εκεί που το μοναδικό ζητούμενο είναι η ταχύτητα. Έτσι, αφήνει περιθώριο στο Adios Pro 5 να γίνει φιλικότερο και να στοχεύσει σε ακόμη περισσότερους δρομείς. Και το καταφέρνει χωρίς να χάσει σε απόδοση. Το αντίθετο μάλιστα.
Κατ’ εμέ αποτελεί ξεκάθαρη αναβάθμιση από την προηγουμένη γενιά, η οποία ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη. Ωστόσο η Adidas δεν φοβήθηκε να το αλλάξει, κάτι που δείχνει πόσο σίγουρη ήταν για το τελικό αποτέλεσμα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι με το Energy rim έχουμε μία νέα προσέγγιση στην σχεδίαση των racers, κάτι που δίνει πεδίο για έρευνα και στην υπόλοιπη βιομηχανία.