Κατηγορία: Performance Trainer
Υψη σόλας: 36/29mm
Βάρος: 255 γρ.
Τα Boston 10 και 11 ήταν ένα μεταβατικό στάδιο για την σειρά, περνώντας από την παραδοσιακή λεπτόσολη σχεδίαση (μέχρι και το v9) στις σύγχρονες σόλες με τα μεγάλα ύψη. Όπως φάνηκε, η εταιρεία δεν κατάφερε αμέσως να δώσει τον χαρακτήρα που ήθελε στο νέο Boston και το αποτέλεσμα ήταν μέτριο. Τόσο σαν trainer, όσο και σαν performance.
Για όσουν δεν γνωρίζουν, να πούμε ότι η κληρονομιά που κουβαλάει η σειρά είναι πολύ μεγάλη. Πρόκειται για ένα από τα πιο δημοφιλή και αποδοτικά μοντέλα της προηγουμένης δεκαετίας, είτε ως γρήγορο προπονητικό είτε ακόμη και ως αγωνιστικό. Γι’ αυτό και στενοχωρηθήκαμε που τα v10/11 μάς χάλασαν το σερί.

To Boston 12 έβαλε τα πράγματα στην θέση τους. Η σόλα άλλαξε, βρήκε τις αναλογίες της και επιτέλους είχαμε ένα πραγματικό Boston. Το πρόβλημα αυτή την φορά ωστόσο, ήταν στο επάνω μέρος. Αμφιλεγόμενες σχεδιαστικές επιλογές, οι οποίες έδιναν μία ανεπαρκή εφαρμογή για τους περισσοτέρους. Οπότε η Adidas ήξερε τι έπρεπε να κάνει στη επομένη έκδοση.
Επάνω μέρος και εφαρμογή
Ανοιχτό engineered mesh, χωρίς ελαστικότητα και με αρκετή δομή. Μπροστά ενισχύεται από την τις δύο ρίγες σε κάθε πλευρά, κυρίως όμως από τον προφυλακτήρα των δαχτύλων. Είναι ευρύς και με σκληρότερο υλικό μέσα έξω.


Αραιή ύφανση για διαπνοή αλλά και λεπτά νήματα από TPU ενδιάμεσα για συνοχή και σταθερότητα.
Οι ρίγες, οι οποίες είναι μεγάλες και από συνθετικό φιλμ, δένουν όλο το μεσαίο τμήμα. Η Adidas αφήνει πίσω το overengineering του B12 στην περιοχή και πάει σε απλές και δοκιμασμένες επιλογές.

Η γλώσσα είναι από σκέτο και λεπτό ύφασμα, με μία σατινέ επένδυση μόνο στο τελείωμά της. Δεν είναι ανεξάρτητη όπως πριν, καθώς συγκρατείται από δύο φαρδιές ταινίες.

Ανεπένδυτο μαλακό mesh στα 2/3 της γλώσσας και μία λεπτή ενίσχυση στο επάνω μέρος.

Semi gusseted γλώσσα. Οι ταινίες δεν είναι ελαστικές και βοηθούν στο κράτημα του midfoot.
Εντελώς νέα είναι και η σχεδίαση στο πίσω μέρος. Το κολάρο φαρδαίνει και γίνεται πολύ πιο άκαμπτο, η σημαντική αλλαγή όμως είναι στην επένδυση. Πλέον το αφρώδες είναι πολύ και μαλακό, αλλά και με μεγάλο εύρος. Θυμίζουμε ότι πριν η περιοχή ήταν γυμνή και σχεδόν unstructured.

Πιο κλασικό το κολάρο, δίνει την στιβαρότητα που έλειπε από την περιοχή.

Ποσότητα αφρώδους που συαντούμε συνήθως σε trainers.
Αν είχες φαρδύ και ογκώδες πέλμα, πιθανώς το upper του Boston 12 να σου ταίριαζε. Ή έστω να μην είχες πρόβλημα. Αν όμως είχες πιο στενό ή ακόμη και κανονικό, η εφαρμογή ήταν επιεικώς μέτρια. Πολύς χώρος στο toe box, δύσκολα ρυθμίσιμο midfoot και χαλαρότητα πίσω.
Στο νέο Boston όλα αυτά έχουν διορθωθεί και το επάνω μέρος υποστηρίζει απόλυτα τις δυνατότητες της σόλας και τον χαρακτήρα του μοντέλου. Οι διαστάσεις έχουν μαζευτεί, τα επί μέρους έχουν απλοποιηθεί και το παπούτσι μπορεί εύκολα να έρθει στα μέτρα σου. Συν τοις άλλοις, τα ποιοτικότερα υλικά δίνουν και ένα πολύ πιο άνετο περιβάλλον.

Το πλάτος μπροστά είναι επαρκές, ιδίως στα μετατάρσια. Παρ’ όλα αυτά, η γραμμή κλείνει λίγο απότομα στο τελείωμα και σε συνδυασμό με τον προφυλακτήρα, ίσως ενοχλήσει κάποιους. Λίγους όμως, θα έλεγα.


Ανέκαθεν το Boston είχε στιβαρούς προφυλακτήρες.
Το midfoot ρυθμίζεται πολύ εύκολα. Οι τρύπες είναι πλέον κανονικές, με ενίσχυση κιόλας γύρω τους, και κρατούν την τάση που θα δώσεις. Η γλώσσα κάθεται αμέσως στην ράχη του ποδιού και δεν απαιτεί το παίδεμα της λεπτής σουέντ του v12. Κλειστή, performance αίσθηση, που δίνει απόλυτη σιγουριά σε όλες τις συνθήκες.

Κατά τ’ άλλα, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η Adidas συνεχίζει να επιμένει στα συγκεκριμένα κορδόνια. Σε όλα τα Adizero μοντέλα της. Κι είναι και κάτι που καταγράφεται σχεδόν απ’ όλους. Λεπτά και (σαν) βαμβακερά, δεν κρατούν το δέσιμο και χαλαρώνουν γρήγορα. Εν πάση περιπτώσει, τα αντικαθιστάς και λύνεται το θέμα.
Πίσω τα πράγματα είναι η μέρα με τη νύχτα σε σχέση με πριν. Η φτέρνα κλειδώνει αμέσως, χωρίς να απαιτεί πολύ σφίξιμο, ενώ το αφρώδες δίνει και ωραία αίσθηση. Εφαρμογή ακριβώς όπως ταιριάζει σε ένα γρήγορο παπούτσι.


Ποτέ ένα Adizero μοντέλο δεν είχε τόσο πλούσια επένδυση γύρω από τον αστράγαλο.
Μεγάλη, πολύ μεγάλη αναβάθμιση το επάνω μέρος του νέου Boston. Λύνει όλα τα θέματα της προηγουμένης έκδοσης, τα οποία δεν ήταν λίγα, και υποστηρίζει την σόλα ασχέτως ρυθμού ή στροφών. Απ’ την άλλη, ίσως γκρινιάξουν λίγο όσοι έχουν φαρδύτερο πέλμα, κυρίως λόγω του πιο μυτερού σχήματος στα δάχτυλα. Έτσι συμβαίνει πάντα όμως, δύσκολα θα τους ικανοποιήσεις όλους. Σε τελική ανάλυση, για performance μοντέλο πρόκειται. Τέλος, η διαπνοή του είναι πολύ καλή, έχοντας μάλιστα δοκιμαστεί σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες.

Σχετικά με το νούμερο, πάτε στο κανονικό σας.
Σόλα και πάτημα
Η διαμόρφωση της σόλας είναι σχεδόν ίδια με πριν. Δύο στρώσεις αφρών, με τον επάνω να είναι o “καλός” της εταιρείας, ο Lightstrike Pro. Συγκεκριμένα μάλιστα, είναι ο νέος, αυτός που φοράει και το Adios Pro 4 και όχι η προηγούμενη γενιά του. Πιο αραιός και μαλακός, δηλαδή. Η σύνθεσή του είναι από supercritical TPEE. Κάτω από αυτόν, έχουμε την δεύτερη στρώση από Lightstrike 2.0, έναν απλό και αρκετά σφιχτό EVA αφρό. Συγκριτικά με το Β12, εδώ ο LS Pro είναι 13.8% περισσότερος. Τα ύψη είναι οριακά αυξημένα.

Η αναλογία μεταξύ των δύο αφρών παραμένει σχεδόν ως είχε. Στο πίσω μέρος ο Lightstrike είναι πολύ περισσότερος, στοχεύοντας πρωτίστως στην σταθερότητα κατά την προσγείωση.

O Lighstrike 2.0 καθορίζει την συμπεριφορά της φτέρνας.
Πηγαίνοντας προς τα εμπρός, η ποσότητα των δύο υλικών αντιστρέφεται και ο LS Pro παίρνει τα ηνία. Στην εξωτερική πλευρά δε, το τοίχωμα είναι όλο από LS Pro, περιβάλλοντας τον EVA μέχρι κάτω.


Το προεξέχον κέλυφος του πλαϊνού είναι από LS Pro.
Ανάμεσα στις δύο στρώσεις έχουμε τα γνωστά Energy Rods (2.0). Ανεξάρτητες μεταξύ τους ράβδοι από πλαστικό (glass fiber), οι οποίες δουλεύουν πιο ελεύθερα σε σχέση με μία ενιαία πλάκα.


Η γεωμετρία στην εσωτερική πλευρά αλλάζει, φέροντας πλέον ένα σχετικά μεγάλο κενό κάτω από την καμάρα. Προφανώς αυτό επιλέχθηκε για λόγους εξοικονόμησης βάρους.


O EVA και τα rods δεν επιτρέπουν στο κενό να δημιουργήσει αστάθεια στο σημείο.
Η εξώσολα έχει διαφορετικό υλικό από το Β12. Φοράει το νέο LightTraxxion λάστιχο, το οποίο είναι ελαφρύτερο, ενώ κάτω από το μεγάλο δάχτυλο υπάρχει ένα τμήμα από Continental. Η πρόσφυση δεν επιδέχεται κριτικής, όποια κι αν είναι η επιφάνεια. Το ίδιο ισχύει και για την ανθεκτικότητα.

Το πάτημα του νέου Boston δεν έχει μεγάλες αλλαγές από πριν. Η αίσθηση πίσω είναι μάλλον ίδια, με τον EVA να δίνει μία πολύ στιβαρή και κεντραρισμένη προσγείωση. Δεν θα την χαρακτήριζα ακριβώς σκληρή την φτέρνα, κάποιος όμως που αρέσκεται στις πολύ μαλακές σόλες, πιθανώς θα το έκανε. Όπως και να ‘χει, σκοπός της είναι να σε περάσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα προς τα εμπρός.
Στα μετατάρσια, όπου αναλαμβάνει την δουλειά ο LS Pro, τα πράγματα αλλάζουν. Αρχικά όχι όσο θα περίμενες, νοιώθεις όμως ότι εκεί η σόλα έχει μία παραπάνω γλύκα και μικρότερη αντίσταση. Παρ’ όλα αυτά, με δεδομένη την πολύ αραιότερη ρύθμιση του νέου LS Pro, η διαφορά δεν είναι και τόσο εμφανής.
Όλα τα παραπάνω αφορούν μία πρώτη ανάγνωση, σε πιο αργούς και αναγνωριστικούς ρυθμούς. Προσωπικά, δεν βρήκα το παπούτσι κουραστικό στα easy runs, ούτε και στα μεγαλύτερα. Δεν είμαι από αυτούς που απολαμβάνουν μόνο τις μαλακές και bouncy σόλες στις χαμηλές ταχύτητες, οπότε το συμπαγές πάτημα του B13 μια χαρά διεκπεραίωνε τέτοια τρεξίματα. Σίγουρα με πιο old school και “μονοκόμματο” τρόπο, αλλά επ’ ουδενί κουραστικό ή άβολο. Δεν μένεις πολύ επάνω στην βάση, ενώ τα rods επιτρέπουν και την ευκαμψία που θες για ένα εύκολο transition. Ωστόσο, αν είσαι μαθημένος σε ψηλά και squishy μοντέλα, φορτίζοντας και πιο πολύ την φτέρνα, τότε δεν θα βρεις το παπούτσι κατάλληλο για τέτοια τρεξίματα.

Αρκετή ευκαμψία αλλά με πολύ γρήγορη επαναφορά από τις ράβδους.
Εν τούτοις, το Boston δεν έχει σχεδιαστεί για τέτοιες προπονήσεις, γι’ αυτό και δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να το κρίνουμε εκεί. Ανεβάζοντας ρυθμό, ναι μεν τα χαρακτηριστικά της σόλας δεν αλλάζουν ιδιαίτερα, γίνονται όμως πλέον πολύ πιο ελκυστικά και αναδεικνύουν τον χαρακτήρα της.
Για εμένα το Boston είναι ένα πολύ γρήγορο μοντέλο και θα σε πάει όπου του ζητήσεις. Το πιο σφιχτό set-up το καθιστά ικανό να βγάλει κάτω όση ισχύ θες, χωρίς καθυστέρηση και σπατάλη ενέργειας. Είτε πατάς πίσω είτε στο μέσο, το πέρασμα στα μετατάρσια είναι πολύ άμεσο και ευθύβολο. Εκεί τα rods σφίγγουν και μπαίνουν πλέον στην εξίσωση (νομίζω ότι είναι και οριακά πιο άκαμπτα από πριν), δίνοντας μία ιδιαίτερα σταθερή και σίγουρη απογείωση. Καμμία στρέβλωση, καμμία ασάφεια, κανένας δισταγμός από το forefoot. Και βέβαια σύμμαχος η εξώσολα που μπορεί να το υποστηρίξει όλα αυτό.

Όπως φαίνεται, οι ράβδοι επιτρέπουν στον αφρό να δουλέψει πιο ελεύθερα, σε σχέση με μία πλάκα.

Η προεξοχή των rods έχει μεταφερθεί στην φτέρνα.
Βοηθάει πολύ και η σταθερότητα της πλατφόρμας, δίνοντας εξ αρχής κατεύθυνση αποκλειστικά προς τα εμπρός. Ακόμη και το κενό στην καμάρα, δεν γίνεται αντιληπτό, ούτε και επηρεάζει την ουδετερότητα του πατήματος. Είναι άλλωστε και η σχεδίαση της σόλας τέτοια, ώστε να δίνει μία υπτιάζουσα κλίση. Η φτέρνα έχει ένα μακρύ λοξό κόψιμο εξωτερικά, έτσι ώστε να τοποθετεί το πέλμα ανάλογα. Για τον ίδιο λόγο η κάθετη προεξοχή των rods έχει μετατοπιστεί πιο πίσω. Κατά την θεωρία, τρέχοντας πιο γρήγορα, το πόδι αρχικά υπτιάζει και μετά πρηνίζει για να γίνει η απογείωση από το μεγάλο δάχτυλο. Γι’ αυτό και το εξωτερικό πλαϊνό φαρδαίνει στο μέσο, αλλά και καλύπτεται όλο από LS Pro.


Η σόλα ανοίγει προς τα έξω από την μέση και μετά.
Το Boston δεν χαρακτηρίζεται από το bounce του αλλά από το responsiveness, παρότι στα γρήγορα η συμπίεση αυξάνεται και οι ιδιότητες του Lightstrike Pro γίνονται πιο αισθητές. Αποκτάει μία ελαστικότητα, δεν βασίζεται όμως εκεί. Ούτε και η γωνία του rocker είναι επιθετική, για να νοιώσεις ότι σε ρίχνει προς τα εμπρός. Εν ολίγοις, το παπούτσι θα σου επιστρέψει ό,τι του δώσεις και θα το κάνει με τον παραδοσιακό τρόπο. Δεν έχει “υποβοήθηση”, δεν σου πολλαπλασιάζει την δύναμη, δεν σου καμουφλάρει τις αδυναμίες. Παρ’ όλα αυτά, ο πολύ καλός αφρός μπροστά σε διατηρεί ξεκούραστο, έχει μεγάλη προστασία και σε βοηθάει να κρατήσεις τον ρυθμό. Κι ας μην το αντιλαμβάνεσαι τόσο εμφανώς όπως με κάποια άλλα μοντέλα.

Παρότι δείχνει σχετικά απότομη, στην πράξη η γωνία μπροστά είναι ομαλή και το rocker δεν γίνεται σχεδόν καθόλου αντιληπτό.
Αυτό που επίσης μου άρεσε πολύ, ήταν ότι είχα αίσθηση του εδάφους. Έπαιρνα πληροφορία, καταλάβαινα πώς πατούσα και ένοιωθα ότι ήλεγχα το τρέξιμό μου. Είναι κάτι που πλέον έχει εκλείψει από τα σύγχρονα performance μοντέλα, όπου είσαι εντελώς αποκομμένος από το τερέν. Τα ύψη του Boston χαρακτηρίζονται έως και χαμηλά με τα σημερινά στάνταρντς, αυτό όμως είναι κάτι που προσωπικά εκτίμησα. Δίνει μία φυσικότητα. Το ίδιο νομίζω θα συμβεί και με τους πιο “παλιούς” δρομείς. Με τους πιο καινούργιους πάλι, ίσως όχι. Για να μην δημιουργούνται εντυπώσεις ωστόσο, το παπούτσι σε καμμία περίπτωση δεν κουράζει ή να μοιάζει πως το cushioning δεν επαρκεί.

Το φόρεσα σε όλων των ειδών τις προπονήσεις και ρυθμούς έως και πολύ γρήγορους. Ακόμη και 200άρια. Και με πήγε παντού εξαιρετικά. Στον στίβο μάλιστα, σε γρήγορα κομμάτια, μπορώ να πω ότι μου άρεσε περισσότερο και από κάποια racers με carbon plate, λόγω της αμεσότητας και της ακρίβειάς του.

Όλο το λάστιχο αλλά ιδίως το Continental, κυριολεκτικά “γατζώνεται” στο έδαφος.
Κλείνοντας, δεν θα μπορούσαμε να μην κάνουμε και την σύγκριση με το Evo SL, καθώς πολλοί αναρωτιούνται αν τα δύο performance trainers της Adidas συγκρούονται μέσα στην γκάμα της. Η απάντηση είναι ξεκάθαρα πως όχι. Πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά, πολύ διαφορετικό αποτέλεσμα. Το Evo SL είναι μακράν μαλακότερο και ελαστικότερο, πιο smooth και με πιο διακριτό rocker. Για κάποιους είναι έως και ασταθές, έχοντας μειωμένη στρεπτική ακαμψία. Απίστευτα easy-going στα αργά τρεξίματα, αρχίζει να μένει όμως πίσω όσο ανεβαίνει ο ρυθμός, καθώς η σόλα του “απλώνει” (δεν συμφωνούν όλοι με το τελευταίο αλλά δεν πειράζει, δικό μου είναι το review). Θα έλεγα λοιπόν ότι μέσες άκρες, εκεί που τελειώνει το Evo SL ξεκινάει το Boston. Έχουν ένα κοινό πεδίο μέσα στο φάσμα χρήσης τους (περίπου στο marathon pace) αλλά ακόμη και σε αυτό δουλεύουν με διαφορετικό τρόπο. Από εκεί και πέρα είναι θέμα προτιμήσεων.
Συμπέρασμα
Το Boston 12 ήταν ένα πολύ καλό παπούτσι, το οποίο όμως έμενε πίσω λόγω του upper του. Πλέον αυτό διορθώνεται και το μοντέλο δείχνει πραγματικά ολοκληρωμένο.
Μου άρεσε πολύ ο performance χαρακτήρας του, έχοντας το responsiveness και την αμεσότητα που όλο και σπανιότερα συναντούμε τελευταία. Πολύ δυναμικό και direct πάτημα, κοντρολαρισμένο cushioning και δυνατότητα να το πας όπως εσύ θες. Δεν θα το χαρακτήριζα απόλυτα versatile, αφού η σπιρτάδα τού κλέβει από την ευκολία στα αργά.
Η πιο σφιχτή ρύθμιση της χαμηλότερης σόλας το καθιστά εναλλακτική πρόταση για όποιον δεν θέλει super soft πάτημα και αποστειρωμένη αίσθηση. Αν πάλι δεν είστε από αυτούς, τότε υπάρχει το Evo SL.
George Provo
Νίκο εξαιρετική η ανάλυση, την οποία περίμενα πως και πώς και με την οποία συμφωνώ 100%. Θεωρώ ότι σα σχέδιο και σα φόρμα, το πως καθεται στο πόδι έγινε πιο αγωνιστικό, το 13, ενα κλικ πιο “στενό” για το φαρδύ μου πόδι.. Το 12 με καραβόλεψε για tempo προπονήσεις (4’20-4’40) ακόμα και για κομμάτια στο 4’00. Πιστεύεις στο θέμα των χρόνων/ταχυτήτων το νεο μοντέλο ειναι ενα κλικ πιο ικανό (λογω και παραπάνω LS pro)? Επίσης σε σχέση με το speed 5, το saucony είναι πιο all around ( θα εχεις σχετικό review?).
Ευχαριστώ!!
Nikos Pilikas
@georgeprovo Από την στιγμή που έχεις φαρδύ πέλμα και σε βόλεψε το Β12, μείνε εκεί. Η διαφορά στο πάτημα είναι πολύ μικρή, οπότε κανένας λόγος για τα παραπάνω χρήματα του καινούργιου.
Γενικότερα το Speed είναι πιο versatile. Δεν έχω εικόνα για το ν5 αλλά λέγεται ότι ξανάγινε πιο φιλικό στα αργά, όπως το ν3.
George Provo
Ευχαριστώ πολύ Νίκο!! Το speed 3, ήταν η πρώτη μου αγάπη, είχα λιώσει 2 ζευγάρια, το 4 δε με βόλεψε αλλά το 5 που το δοκίμασα μου έκατσε καλά και μάλλον θα το τιμήσω. (όπως μάλλον θα ξανατιμήσω το 12ρι boston!) . Νασαι καλά!
Spyros
“Πολύς χώρος στο toe box, δύσκολα ρυθμίσιμο midfoot και χαλαρότητα πίσω.” Το Boston 12 το είχα πάρει στο κανονικό μου νούμερο (43) και θεωρούσα πως έπρεπε να το πάρω μισό νούμερο κάτω, αφού είχε πολύ χώρο (αναγκαστικά κάνω runner’s knot, για να είναι πιο σταθερό) [το Boston 9 που είχα, πάλι στο 43, έπρεπε να το φοράω με πολύ λεπτή κάλτσα για να μη βρίσκει το δάκτυλό μου μπροστά…].
Οπότε, φαντάζομαι, σε αυτήν την έκδοση πάω στο κανονικό μου νούμερο, χωρίς “θέματα”, αφού το έχουν συμμαζέψει, όπως αναφέρεις, σωστά;
Nikos Pilikas
@spysif Πολύ σωστά.
Stathis Karakitsos
καλημέρα. για τον μαραθώνιο της Αθήνας το προτείνεις το παπούτσι ή να τρέξω με τα evo sl που είναι δοκιμασμένα αλλά και με αρκετά χμ στο ενεργητικό τους;
Nikos Pilikas
@stathis_karakitsos Για τι ρυθμό μιλάμε, Στάθη;
Stathis Karakitsos
Καλησπέρα. Συνήθως πάω στο 5.10 με 5.30 στα μεγάλα run αλλά τώρα μάλλον το βλέπω για πιο αργά.. Πρώτη φορά βλέπεις στον μαραθώνιο της Αθήνας.
Nikos Pilikas
@stathis_karakitsos Το Evo SL. To B13 είναι αρκετά σφιχτό αν δεν το πιέσεις. Όχι πως δεν πάει αλλά δεν έχει την άνεση που πρωτίστως θα θες.