Αρχική / Αξιολογήσεις / Adidas Adizero Prime X

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Αξιολογήσεις / Επιλεγμένα

Adidas Adizero Prime X

Adidas Adizero Prime X

Κατηγορία: Performance Trainer  –  Πάτημα: Ουδέτερο  –  Βάρος: 251γρ.  –  Drop: 8.5mm (50/41.5mm)

 

Οι κανονισμοί της World Athletics για τα παπούτσια δρόμου σε αγώνες της, αναφέρουν:
– Το ύψος της σόλας δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερο από 40mm.
– Το παπούτσι δεν επιτρέπεται να περιέχει περισσότερες από μία ενσωματωμένες πλάκες ή ελάσματα, είτε καθ’ όλο το μήκος της σόλας είτε μέρους της. Η πλάκα μπορεί να είναι σε περισσότερα από ένα τμήματα αλλά αυτά θα πρέπει να βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο και όχι παράλληλα ή να αλληλοκαλύπτονται.

Το πρώτο μοντέλο που δεν τηρούσε τους συγκεκριμένους κανονισμούς, ήταν το Nike Tempo Next%. Αν και οι περισσότεροι δεν είχαν ασχοληθεί με τα ύψη της σόλας του, μιας και επρόκειτο για ένα προπονητικό μοντέλο κατά βάση, τα 46/36mm ήταν σίγουρα εντυπωσιακά. Παρά το δεδομένο cushioning όμως, το softness δεν ήταν ανάλογο, οπότε αυτά τα 46mm περνούσαν μάλλον απαρατήρητα. Έπαιζε ρόλο και η σχεδίαση της σόλας οπτικά, με τα δύο ξεχωριστά υλικά, την διχρωμία, αλλά και τα air pods που παρεμβάλλονταν, με αποτέλεσμα να κρύβεται τελικά το μέγεθός της.

Και μετά ήρθε ο γίγαντας της Adidas, το Prime X, και εκεί καταλάβαμε ξεκάθαρα όλοι τι σημαίνει >40mm ύψος. Είτε γιατί ήταν ακόμη ψηλότερο, είτε γιατί η μονόχρωμη, λευκή σόλα ανεδείκνυε τον όγκο της, είτε γιατί είχαμε και την πρώτη ακύρωση αθλητή, λόγω των συγκεκριμένων κανονισμών. Αν και νικητής του μαραθωνίου της Βιέννης τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο Derara Hurisa ακυρώθηκε λίγο μετά τον τερματισμό, εξαιτίας των Prime X που φορούσε. Όπως θα δούμε και παρακάτω, πέραν του ύψους, το παπούτσι είναι ανακόλουθο και με τον δεύτερο κανονισμό.

Εύλογα κάποιος θα αναρωτηθεί για το νόημα της κυκλοφορίας ενός “αντικανονικού” μοντέλου.
Κατ’ αρχάς, στα χαρτιά πρόκειται για ένα προπονητικό και όχι αγωνιστικό παπούτσι, αφού τον ρόλο αυτόν τον έχει το Adios Pro 2 στην γκάμα της εταιρείας. Άρα δεν πρόκειται να αγωνιστείτε με το Prime X, υποτίθεται. Ωστόσο, αν το κάνετε αλλά δεν είστε ανάμεσα στους νικητές, είναι βέβαιο ότι κανείς δεν θα ασχοληθεί με το τι φορούσατε. Δεν ξέρω βέβαια τι θα μπορούσε να συμβεί σε κάποιον αγώνα που δεν είναι υπό την αιγίδα της WA και αν ισχύουν κι εκεί οι κανονισμοί.

Ασχέτως αυτών, θα μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι το Prime X αποτελεί και μία “σχεδιαστική άσκηση” της Adidas, για να δούμε τις δυνατότητες μιας τέτοιας κατασκευής, αλλά και τι επιφυλάσσει το μέλλον της βιομηχανίας ευρύτερα. Για παράδειγμα, η New Balance έχει ήδη έτοιμο κάτι αντίστοιχο που θα κυκλοφορήσει μέσα στο έτος.

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μία ιδιαίτερη και εντυπωσιακή σχεδιαστικά πρόταση, μένοντας να δούμε κατά πόσο αποδίδει και στην πράξη.


Επάνω μέρος και εφαρμογή

Η συνταγή του Celermesh 2.0 από το Adios Pro 2 ακολουθείται και εδώ. Το ίδιο “πλαστικό” υλικό, το οποίο είναι ανελαστικό, πάρα πολύ λεπτό και εξαιρετικά διαπνέον. Έχει όμως μία ενισχυμένη δομή στην ύφανσή του, οπότε δεν τίθεται θέμα ανθεκτικότητας. Ο προφυλακτήρας, αν και μοιάζει ελάχιστος, επηρεάζει την εφαρμογή του toe box και κρατάει σταθερό το ύψος του.

Αν και δεν διακρίνεται λόγω του σκούρου χρώματος, το υλικό είναι σαν συνθετικό τούλι.

 

Το Celermesh δίνει κορυφαία διαπνοή στο upper.

Τα δομικά στοιχεία είναι πολλά και διάσπαρτα, είτε ως overlays (οι 3 ρίγες και η διαγώνια ένωση/ραφή), είτε ως underlays (εσωτερικά του υφάσματος). Η περιοχή γύρω από τις τρύπες των κορδονιών είναι επίσης πολύ άκαμπτη.

 

Το midfoot ενισχύεται από ένα εσωτερικό πλέγμα υφασμάτινων λωρίδων.

Οι δύο πρώτες σειρές των κορδονιών περνούν μέσα από θηλειές. Κάτι αντίστοιχο του Flywire της Nike, χωρίς όμως τα σχοινάκια να φτάνουν μέχρι την σόλα. Αντιθέτως, η αρχή τους είναι τοποθετήμενη ψηλά, με χοντρές ραφές κι ένα υφασμάτινο κάλυμμα από κάτω τους. Προβληματική σχεδίαση, όπως θα δούμε, η οποία δεν προσφέρει και κάτι, σε σχέση με τις κλασικές τρύπες. Τα δε κορδόνια είναι λεπτά και στενά. Περιττό να πω ότι τα αντικατέστησα μετά το πρώτο τρέξιμο.

 

Η γλώσσα είναι ό,τι πιο περίεργο και ακατανόητο έχω δει ποτέ. Από την αρχή και μέχρι την μέση της, αποτελείται από μία στενή λωρίδα μόνο, χωρίς να φτάνει μέχρι τα πλαϊνά. Κενό δηλαδή, δεξιά κι αριστερά. Ανεβαίνοντας αποκτάει κανονικό πλάτος, ενώ είναι ραμμένη σε ένα σημείο. Αφρώδες δεν υπάρχει πουθενά.

Να γιατί πρέπει να μπαίνουν όρια στο brainstorming.

 

Ένα σκέτο κομμάτι υφάσματος.

Το πίσω μέρος έχει ένα συνδυασμό υλικών, τα οποία όμως είναι σα να μην υπάρχουν. Κάτι σαν κολάρο κατά μήκος του αχιλλείου τένοντα και κάτι σαν αφρώδες ψηλά, που όμως δεν είναι τίποτα παραπάνω από λίγο παραπάνω ύφασμα. Δύο διαγώνιες λωρίδες εξωτερικά, ενισχυμένες αλλά εύκαμπτες, και μία σουέντ επένδυση εσωτερικά. Μαλακό υλικό ούτε για δείγμα. Με λίγα λόγια, η κατασκευή γύρω από την φτέρνα είναι εντελώς minimal, ακόμη περισσότερο κι από του Adios Pro όπου εκεί έχουμε και λίγο αφρώδες.

Αν πάρεις κι εξετάσεις μεμονωμένα τα στοιχεία του upper, το Prime X είναι ξεκάθαρα κακοσχεδιασμένο. Πολύ κιόλας. Και προδιαθέτει και για κακή εφαρμογή.
Οι δύο πρώτες σειρές με τις θηλειές, η αστεία γλώσσα, το φαινομενικά ανεπαρκές κολάρο, τα κορδόνια, το ύφασμα που δεν είναι ακριβώς ύφασμα, αλλά και γενικότερα η πληθώρα υλικών, όλα αυτά μόνο καλός οιωνός δεν είναι.

Η γλώσσα τσαλακώνει με το που βάζεις το πόδι σου μέσα και δεν είναι κι εύκολο να την στρώσεις, λόγω της ραφής. Το toe box μοιάζει πελώριο, δεν έχει καθόλου σχήμα, ενώ ζαρώνει και σε πολλά σημεία. Το δε σφίξιμο θέλει αρκετό πειραματισμό, αφού πρέπει να ασφαλίσεις το πίσω μέρος, αλλά συγχρόνως να προσέξεις και την πίεση των κορδονιών, λόγω της γυμνής κατασκευής.

Παρ’ όλα αυτά, με το που ξεκινήσεις να τρέχεις, με μεγάλη έκπληξη διαπιστώνεις ότι δεν έχεις κανένα απολύτως θέμα (σχεδόν). Το παπούτσι εξαφανίζεται γύρω από το πόδι, τα κενά που αφήνει το Celermesh δεν τα νοιώθεις, ενώ το κράτημα μοιάζει τουλάχιστον επαρκές.

Ο χώρος μπροστά είναι σίγουρα πολύς, σε ύψος και πλάτος, πράγμα που φαίνεται και οπτικά από την έλλειψη σχήματος και τις ζάρες. Παρά το στενό μου πόδι όμως, ποτέ δεν ένοιωσα ότι έπλεα μέσα του. Το μόνο που εισπράττεις τελικά, είναι η άνεση που σου προσφέρει.

Αντιθέτως, το midfoot έχει στενή γραμμή και σε συνδυασμό με τα δομικά στοιχεία, κλείνει πολύ καλά γύρω από το πόδι. Σίγουρα θέλει κάποια προσοχή στη ρύθμιση των κορδονιών, η αντικατάστασή του όμως με άλλα παχύτερα, διευκολύνει την κατάσταση.

Τα ίδια ισχύουν και για την περιοχή πίσω, παρά τις αρχικές μου ανησυχίες. Κατά ένα περίεργο τρόπο, η φτέρνα κλειδώνει πολύ σωστά, ακόμη και σε σχέση με το Adios Pro 2. Θα περίμενε κανείς πως η μεγάλη βύθισή της μέσα στον αφρό δεν θα βοηθούσε το γυμνό κολάρο, κάτι τέτοιο όμως τελικά δεν συμβαίνει. Μπορεί να μην αισθάνεσαι μία στιβαρή κατασκευή στο σημείο, ποτέ όμως δεν θα νοιώσεις το πόδι να μετακινείται.

Εντελώς γυμνό και εύκαμπτο το κολάρο αλλά δουλεύει όπως πρέπει.

Το επάνω μέρος του Prime X δεν μπορεί να κριθεί ανεξάρτητα από την σόλα, καθώς ο αφρός είναι πολύ μαλακός και ασταθής, με αποτέλεσμα να στρεσάρεται συνολικά η κατασκευή. Ακόμη και με αυτό το δεδομένο όμως, προσωπικά είμαι απόλυτα ικανοποιημένος από την συμπεριφορά και την άνεση του upper. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε αργούς ρυθμούς ή ευθείες διαδρομές. Ακόμη και μέσα στον στίβο που το φόρεσα, δεν προβληματίστηκα σχεδόν ποτέ. Όπως είπα και πριν, πιθανώς θα σε ταλαιπωρήσει λίγο μέχρι να βρεις το σωστό σφίξιμο, μετά όμως όλα δουλεύουν ρολόι. Περίπου…

Και λέω περίπου, καθώς αρχικά αντιμετώπισα μεγάλη ενόχληση σε μία από τις τέσσερις θηλειές των κορδονιών. Εκτός του ότι δεν εξυπηρετούν σε τίποτα, η ένωσή τους με το ύφασμα είναι εμφανώς προβληματική. Πέραν του ότι η ραφές τους είναι αρκετά παχιές, είναι και τοποθετημένες επάνω στο σκληρό πάνελ των κορδονιών, αλλά και τα εσωτερικά δομικά στοιχεία. Στην εξωτερική πλευρά μάλιστα, πέφτουν επάνω και στις ρίγες. Αν σε αυτά προσθέσουμε και το ύφασμα που τις καλύπτει, έχουμε τελικά έναν συνωστισμό υλικών σε ένα πολύ μικρό σημείο, εντελώς άκαμπτο και με την ραφή να προεξέχει σαν εξόγκωμα. Ως εκ τούτου, έχεις τέσσερα πιθανά σημεία πίεσης στο πόδι, σε μία περιοχή που αποτελείται από πλήθος μικρών οστών, τενόντων και νεύρων.

Στην εικόνα διακρίνονται χαρακτηριστικά τα τέσσερα υλικά που περιβάλλουν την ραφή.

Εμένα η ενόχληση ήταν στην δεύτερη εξωτερική θηλειά και αρκετά έντονη. Όσο χαλαρό κι αν άφηνα το κορδόνι εκεί, ο πόνος παρέμενε. Σίγουρα έχει να κάνει και με το πόδι του καθενός, αφού για παράδειγμα από τις οχτώ θηλειές εμένα μόνο μία με ενόχλησε. Είναι όμως κάτι που έχει καταγραφεί από αρκετούς, οπότε είναι δεδομένο πως αποτελεί σχεδιαστικό ελάττωμα. Κάπως βοηθούσε μια χοντρή κάλτσα αλλά και πάλι ήταν αισθητή η πίεση. Το πρόβλημα λύθηκε παρακάμπτοντας εντελώς την συγκεκριμένη θηλειά στο δέσιμο, χωρίς κιόλας να επηρεαστεί η εφαρμογή. Εξακολουθώ να αισθάνομαι κάτι στα πρώτα λεπτά, είναι όμως ελάχιστο και μετά εξαφανίζεται. Μου περνάει απ’ το μυαλό πάντως ένα “χειρουργείο”, να τα ξηλώσω όλα από εκεί.

Το κόλπο πέτυχε.

Τέλος, να σημειώσω ότι το Celermesh, εκτός από κορυφαία διαπνοή, έχει και το πλεονέκτημα του ότι δεν κρατάει νερό. Η πρώτη φορά που έτρεξα με το Prime X ήταν υπό καταρρακτώδη βροχή και παντού νερόλακκους. Ναι μεν είχε περάσει νερό και οι κάλτσες είχαν βραχεί, δεν ένοιωθα όμως το ύφασμα μουσκεμένο και βαρύ.

Σχετικά με το μέγεθος, τα πράγματα είναι λίγο μπερδεμένα. Όπως είπαμε, το toe box είναι ιδιαίτερα ευρύχωρο και πολλοί κατέβηκαν μισό νούμερο. Είχα την  δυνατότητα να δοκιμάσω και τα δύο μεγέθη, με χοντρές και λεπτές κάλτσες, καταλήγοντας τελικά στο κανονικό μου. Δεν το έχω μετανοιώσει. Στην αρχή μάλιστα, θεωρούσα δεδομένο ότι απαιτούνται χοντρές κάλτσες, δοκιμάζοντας όμως και με λεπτές, ήταν επίσης μια χαρά. Πιστεύω πάντως ότι και με το μικρότερο δεν θα είχα πρόβλημα.


Σόλα και πάτημα

Οι εποχές που μας έκαναν εντύπωση οι σόλες της Hoka, με τα ~30/25mm ύψους, έχουν περάσει προ πολλού. Ούτε καν τα 40/32mm ή τα 40/36mm των Vaporfly Next% και Alphafly αντίστοιχα, δεν μοιάζουν πλέον υπερβολικά ως νούμερα. Κι αν τα μεγέθη αυτά είναι πια μονόδρομος για τα marathon racers, από κοντά ακολουθούν κι εκείνα για τις μικρότερες αποστάσεις (5Κ – 10Κ). Ποιος να φανταζόταν ότι το Takumi Sen (με την άλλοτε σόλα – φλοίδα) θα έφτανε τα 33/27mm!

Το Prime X είναι μία άλλη ιστορία παρ’ όλα αυτά και δεν γίνεται να μην σου τραβήξει την προσοχή. Προσωπικά, παρόλο που έχω τρέξει με τα περισσότερα από τα super shoes, ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα. Είτε διαβάζοντας αρχικά αυτό το 50/41.5mm, είτε κοιτάζοντας την πολυώροφη σόλα του, είτε μετά φορώντας το.

Το γράφει και στην ούγια.

Με μια πρώτη ματιά, η σόλα του Prime X μοιάζει σα να πήρες αυτή του Adios Pro 2 και να της προσέθεσες απλά 10mm. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Ο Lightstrike Pro είναι και εδώ σε δύο στρώσεις, “ασύμμετρες” μεταξύ τους, με την επάνω να προεξέχει σε κάποια σημεία. Δεν εφαρμόζουν παντού, δηλαδή. Ενώ λοιπόν έχουμε τα γνωστά Energy Rods (5 ανεξάρτητοι ράβδοι από ανθρακονήματα) ανάμεσα στα δύο επίπεδα αφρού, από την μέση και μπροστά παρεμβάλλεται και μία τρίτη στρώση. Κάτω από αυτήν, είναι τοποθετημενές τρεις carbon blades, επίσης καμπυλωτού σχήματος, ώστε να προσδώσουν επιπλέον σταθερότητα στο πανύψηλο forefoot. Ανεξάρτητες κι αυτές, όπως οι ράβδοι, ακολουθώντας το σκεπτικό της εταιρείας για φυσικότερη κίνηση, σε σχέση με τις ενιαίες πλάκες. Τώρα το πόση φυσικότητα μπορείς να έχεις με 40mm αφρού κάτω από τα μετατάρσια, δεν ξέρω να σας πω.
Η τοποθέτηση των λεπίδων κάτω από τις ράβδους, είναι και ο λόγος που το παπούτσι παραβαίνει και τον δεύτερο κανονισμό της WA, αφού δεν είναι στο ίδιο επίπεδο μεταξύ τους αλλά παράλληλα.

Οι carbon blades.

Σαν αίσθηση, ο συνδυασμός rods και blades δεν γίνεται αντιληπτός, καθώς χάνονται τελείως μέσα στο πάχος της σόλας. Προφανώς κάνουν την δουλειά τους στο παρασκήνιο, η οποία είναι να κρατήσουν σε μία ισορροπία όλη αυτή τη μάζα αφρού. Δύσκολη δουλειά…

Στο πίσω μέρος και ακριβώς κάτω από το footbed, υπάρχει μία επίπεδη carbon plate, ώστε να ισορροπεί (όσο μπορεί) το ύψος και το softness της φτέρνας.

Η ανατομία του Prime X.

Η γεωμετρία της σόλας είναι αντίστοιχη του Adios Pro 2. Στην καμάρα έχουμε το χαρακτηριστικό κενό, με την κάτω στρώση του αφρού να κόβεται λοξά προς τα μέσα. Είναι μικρότερο πάντως από του ΑΡ2. Ακριβώς απέναντι, στην εξωτερική πλευρά, υπάρχει επίσης ένα άνοιγμα μεταξύ των δύο στρώσεων, με την επάνω να προεξέχει κιόλας. Ίδια “γλυπτική” λοιπόν, με εσοχές, γωνίες και κόγχες γύρω από το midfoot, χαρακτηριστικά που επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την συμπεριφορά της σόλας.

Εσωτερική πλευρά.

 

Εξωτερική πλευρά.

Η εξώσολα είναι πιο “προπονητική”, με το λάστιχο να είναι αρκετά μαλακό και sticky, πιο χοντρό και με διαγώνιες ραβδώσεις. Το σημαντικότερο όμως είναι πως εδώ έχουμε παντού Continental. Έχω τρέξει με το παπούτσι σε άσφαλτο, λείο τσιμέντο, ταρτάν και χώμα, με ψιλόβροχο αλλά και πλημμυρισμένους δρόμους και η πρόσφυση ήταν παντού υποδειγματική. Παρά το γεγονός ότι η εξώσολα στρεσάρεται παραπάνω, λόγω της αστάθειας από το μέγεθος της σόλας, εμπνέει παντού απόλυτη σιγουριά. Μετά από 140 χιλιόμετρα δε, σε κανένα σημείο δεν υπάρχει φθορά ή έστω αμυδρή λείανση.

Το Continental έχει κορυφαία συμπεριφορά σε οποιαδήποτε επιφάνεια.

Μπορεί σαν αφρός αυτός καθαυτός ο Lightstrike Pro να μην είναι από τους πιο μαλακούς, εδώ όμως έχουμε έναν συνδυασμό χαρακτηριστικών που καθορίζει την συμπεριφορά του, εκτός της πυκνότητας και των ιδιοτήτων του ίδιου του υλικού.

Πρώτα απ’ όλα η ποσότητα του αφρού, η οποία είναι ασύλληπτη. Για παράδειγμα, μπροστά έχει περισσότερο πάχος απ’ όσο η φτέρνα του ψηλότερου από τα υπόλοιπα μοντέλα (εντάξει, εξαιρέστε το Tempo Next%). Στον συγκεκριμένο χρωματισμό, η διχρωμία της σόλας κρύβει κάπως τον όγκο της, αν τη δεις όμως στις μονόχρωμες εκδόσεις, εκεί καταλαβαίνεις για τι μιλάμε.

Συγκρίνοντάς το με το Alphafly των 40/36mm:

 

Πέραν των τεραστίων υψών, μεγάλο ρόλο στην συμπεριφορά της σόλας παίζει κι η αρχιτεκτονική της. Όπως ακριβώς και στο Adios Pro 2, όλες αυτές οι γωνίες, οι ασυμμετρίες και οι εσοχές στο μεσαίο τμήμα, συμπιέζονται με πολύ μεγαλύτερη ευκολία απ’ ότι αν είχαμε ένα ενιαίο κομμάτι αφρού. Σαν κάθε σημείο να δουλεύει σχεδόν ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα και να πατάς σε διαφορετικές πλατφόρμες. Νοιώθεις το πόδι να βουλιάζει στο επάνω μέρος της σόλας αλλά συγχρόνως να παραμορφώνεται και η βάση της.

Το να περπατήσεις με το Prime X απαιτεί μεγάλη προσπάθεια. Εκεί είναι που αντιλαμβάνεσαι περισσότερο το μέγεθος και το softness του. Τρέχοντας όμως και αφού αρχίζεις να καταλαβαίνεις και να συνηθίζεις τι έχεις κάτω από το πέλμα σου, μένεις απλά με το στόμα ανοιχτό. Οτιδήποτε άλλο έχεις φορέσει, ό,τι κι αν είναι αυτό, δείχνει σχεδόν συμβατικό μπροστά του. Δεν έχει να κάνει μόνο με την συμπίεση ή την μαλακή αίσθηση που σου δίνει αλλά περισσότερο με το ότι όλο αυτό μοιάζει ατελείωτο. Δεν έχει κενά ή φλατ σημεία, δεν σφίγγει πουθενά και κάθε εκατοστό του transition συνοδεύεται από βύθιση μέσα στον αφρό. Αν προσπαθήσεις να το αναλύσεις καθώς τρέχεις, δεν έχει να κάνει τόσο με την ποιότητα του Lightstrike Pro αλλά με την ποσότητά του. Και κυρίως αυτό που ανέφερα παραπάνω, ότι δηλαδή το πέλμα συμπιέζει την πάνω στρώση και οι κόγχες/ εσοχές την κάτω.

Σαν αντίσταση στο βάρος του σώματος, ο ZoomX ή ο FuelCell έχουν σαφώς μικρότερη από το υλικό της Adidas και παραμορφώνονται περισσότερο. Αρκετά πιο αραιές, πιο “άδειες” συνθέσεις. Κάποια στιγμή όμως αυτό τερματίζει, ακόμη και στα 37mm του Invincible, τα οποία δεν διακόπτονται από κάποια πλάκα. Στο Prime X όμως, η συμπίεση είναι λες και δεν έχει τέρμα και σταματάει μόνο επειδή σήκωσες το πόδι σου από το έδαφος. Σαν αίσθηση δε, είναι πιο λαστιχένια, ενώ στους άλλους δύο αφρούς, πιο σπογγώδης.

Ούτε καν στα δάχτυλα μπροστά δεν σφίγγει το πάτημα, παρά παίρνει μία μικρή βοήθεια από το rocker (κι ενδεχομένως από την γωνία των rods/ blades). Δεν είναι μία περίπτωση όπως του Adios Pro 1, όπου είχαμε ένα late stage rocker και το ένοιωθες μόνο στο τέλος του transition. Εδώ η σόλα αρχίζει να σηκώνεται αρκετά νωρίς, απλά το πόδι δουλεύει μέσα και πάνω της και κρύβει αυτή την αίσθηση ρολαρίσματος.

Το ανασηκωμένο forefoot βοηθάει στο transition αλλά όχι με εμφανή τρόπο.

Καθώς η γεωμετρία της σόλας είναι ίδια, θα μπορούσε κάποιος να περιγράψει το Prime X ως ένα Adios Pro 2 + 30% (ο μέσος όρος της διαφοράς εμπρός και πίσω). Στα χαρτιά μοιάζει λογικό, αυτό που εισπράττεις όμως τρέχοντας είναι πολύ παραπάνω. Η ποσότητα του Lightstrike Pro τον κάνει να φαίνεται σαν ένα άλλο υλικό. Έχοντας τρέξει αρκετά χιλιόμετρα και με τα δύο μοντέλα… ουδεμία σχέση.

Πρώτα απ’ όλα, όλη αυτή η συμπίεση του αφρού μεταφράζεται σε ένα εντυπωσιακό bounce. Το παπούτσι σηκώνεται πανεύκολα κι είναι κι ο λόγος που ποτέ δεν θα σε κουράσει το βάρος και ο όγκος του. Όχι πως τα 250 γραμμάρια είναι πολλά για αυτό το μέγεθος, απλά έχουμε καλομάθει με τόσα μοντέλα που πέφτουν κάτω από τα 200 ή τα αγγίζουν. Πολύ και εμφανές το bounce λοιπόν, εν αντιθέσει με του ΑΡ2 που είναι πιο κοντρολαρισμένο και λιγότερο αισθητό. Εδώ δουλεύει σαν αμορτισέρ η σόλα, κάνοντας σε να θες επίτηδες να χοροπηδάς πάνω της. Γι’ αυτό και το Prime X είναι τόσο διασκεδαστικό να το τρέχεις. Ενώ συνηθίζουμε να λέμε πως καλό παπούτσι είναι αυτό που εξαφανίζεται στο πόδι σου, εδώ αντιθέτως σου τραβάει διαρκώς την προσοχή και σε κάνει να ασχολείσαι μαζί του.

Εκείνο όμως που σου μένει στο τέλος κάθε προπόνησης, αποτελώντας τελικά και το μεγάλο πλεονέκτημα του Adidas, είναι η κατάσταση που αφήνει τα πόδια σου. Ένα χαρακτηριστικό που μόνο στον ZoomX διακρίναμε σε τόσο μεγάλο βαθμό, με το Adios για παράδειγμα να υπολείπεται συγκριτικά, το βλέπουμε και στον Lightstrike Pro των 50mm. Τόσο κατά την διάρκεια του τρεξίματος, όσο και μετά ή την επομένη ημέρα, η μυοσκελετική καταπόνηση είναι αισθητά μειωμένη. Ό,τι προπόνηση και να έκανα, παρέμενα και έβγαινα ιδιαίτερα φρέσκος. Τα πιο έντονα ήταν σαν easy και τα 20 χιλιόμετρα σαν 13 – 15. Ιδιο επίπεδο με τα Nike που φορούν Pebax.

Πολύ καλά, σχεδόν τέλεια όλα μέχρι εδώ, υπάρχει όμως ένα τεράστιο “αλλά”. Και όπως θα υποθέτετε ή έχετε διαβάσει αλλού, αυτό έχει να κάνει με την σταθερότητα του μοντέλου. Ή σωστότερα, με την αστάθειά του.

Το Prime X είναι ένα εξαιρετικά ασταθές παπούτσι. Το φωνάζουν τα χαρακτηριστικά του αυτό από μακρυά, απ’ όποια πλευρά και να το πιάσεις. Τα πελώρια ύψη και το υπερβολικό softness του. Το στενό πίσω μέρος και το ακόμη στενότερο midfoot, συν τα κενά και τα ανοίγματα. Το λοξό σκάψιμο στην φτέρνα και η κλίση που δίνει προς τα έξω κατά την προσγείωση, αλλά και το κενό μεταξύ των δύο λωρίδων λαστίχου στην περιοχή. Όλα αυτά λοιπόν, όχι απλά δεν ευνοούν ένα κεντραρισμένο και ευθύβολο πάτημα αλλά δημιουργούν μία ισορροπία του τρόμου.

 

Η φτέρνα είναι στενή και σκαμμένη λοξά.

Αυτή είναι η αντικειμενική εικόνα του παπουτσιού και είναι πάρα πολλοί εκείνοι που την επιβεβαιώνουν. Θα ακούσετε για περιπτώσεις που σχεδόν γύρισε ο αστράγαλος, για μανούβρες ώστε να μπορέσεις να στρίψεις, για παλαντζάρισμα, για το ότι απαιτεί να έχεις συνεχώς την προσοχή σου στο πώς και πού πατάς και ένα σωρό άλλα ακόμη. Και πραγματικά πιστεύω ότι κάπως έτσι είναι τα πράγματα, μοιάζει λογικό άλλωστε.

Το κενό κάτω από την καμάρα αφαιρεί ακόμη περισσότερο από την ήδη στενή περιοχή.

Παρ’ όλα αυτά, στα 140 χιλιόμετρα που έχω κάνει με το Prime X, προσωπικά δεν είχα ΠΟΤΕ το παραμικρό θέμα. Δεν θα πω ότι μου εμπνέει την απόλυτη σιγουριά, ούτε όμως υπήρξε κάποια στιγμή που βρέθηκα στο όριο ή φοβήθηκα. Η πρώτη φορά που το έτρεξα ήταν με πολλή βροχή, σκοτάδι και σε πλημμυρισμένο λείο τσιμέντο. Στην διαδρομή γύρω από το Νιάρχος, για όσους γνωρίζουν, όπου έχει και πολλές στροφές. Είχα το νου μου, μιας και δεν είχαμε γνωριστεί με το παπούτσι, αλλά μέχρι εκεί. Την δεύτερη φορά πρόσεχα λίγο λιγότερο και από την τρίτη, σχεδόν καθόλου. Ή εν πάση περιπτώσει, αν όχι καθόλου, σίγουρα όχι περισσότερο απ’ όσο με το Novablast 1, τα VF/AF ή το ΝΒ TC. Το έχω φορέσει και στον στίβο, σε ρυθμούς μεταξύ tempo και ημιμαραθωνίου. Κανένα πρόβλημα και στα βιράζ. Ούτε και στο χώμα, επίσης. Και υπ’ όψιν, είμαι αρκετά βαρύ κορμί και πρηνίζω και πολύ, οπότε ζορίζω παραπάνω την σόλα απ’ ότι ο μέσος δρομέας.

Αναμφισβήτητα το Prime X απαιτεί μια κάποια εξοικείωση και προσοχή τις πρώτες φορές. Θεωρώ όμως ότι σε πολλούς θα γίνουν οι απαραίτητες νευρομυικές προσαρμογές, αργά ή γρήγορα, και θα μπορέσουν να το πάνε το παπούτσι. Να το τρέξουν πιο γρήγορα, να το στρίψουν και να το εμπιστευτούν. Σίγουρα δεν του αρέσει να πατάς τέρμα πίσω και βαριά, οι πολύ νωχελικοί αλλά κι οι πολύ γρήγοροι ρυθμοί. Γενικότερα, δεν θέλει άκρα.

Μια καλή ερώτηση είναι σχετικά με την χρήση που προορίζεται το Prime X.
Το έχω φορέσει σε μεγάλα τρεξίματα και είναι κυριολεκτικά ιδανικό, καθώς μικραίνει τις αποστάσεις με το effortless πάτημά του. Δώσ’ του χιλιόμετρα να καταπιεί. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τα ελεύθερα, αν και μάλλον δεν αξίζει να το “ξοδέψεις” εκεί. Το έβαλα σε progressive και στο τέλος πήγαινε εξίσου καλά με την αρχή. Και μετά το φόρεσα και σε ρυθμούς λίγο πριν το κατώφλι και ήταν επίσης αποδοτικό και απολαυστικό. Τους έχει κι αυτούς τους ρυθμούς άνετα, απλά θέλει λίγο να συνηθίσεις το πολτώδες πάτημα και να αφήσεις να σε πάει αυτό. Απαιτεί λίγο πιο γλυκό και αβίαστο τρόπο και να μην το ζορίσεις πατώντας δυνατά, όπως θα έκανες με ένα χαμηλότερο μοντέλο.

Κάπου εκεί είναι και το όριο του Prime X, τουλάχιστον για εμένα, αφού πιο κάτω αρχίζει να γίνεται πολύ ασαφές και να δείχνει πλέον το μέγεθός του. Βασικά, δεν είναι από κατασκευής ένα γρήγορο μοντέλο αλλά ένα μοντέλο που μπορεί να πάει και γρήγορα (σας μπέρδεψα, το ξέρω). Θέλω να πω ότι ναι μεν έχει τις ράβδους, τις λεπίδες, το rocker και τον αφρό, στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα σύγχρονα αγωνιστικά, του λείπει όμως αυτό το πέταγμα, η προώθηση που εκείνα σου δίνουν. Κι αυτό κυρίως έχει να κάνει με το πολύ μαλακό forefoot και την αδυναμία των carbon συσταστικών να δουλέψουν ως μοχλός. Όπως βέβαια και με το βάρος και τον όγκο του.

Είναι όμως ιδανικό για να σε κλειδώσει σε ένας μέτριας έντασης ρυθμό και να πηγαίνεις εκεί για πάντα. Γι’ αυτό και θεωρώ πως θα μπορούσε να είναι κορυφαία επιλογή ως marathon shoe για τους ερασιτέχνες. Πάντα βέβαια με την προϋπόθεση ότι δεν θα έχεις θέματα αστάθειας. Μπορεί εμένα να μην με προβλημάτισε πουθενά, δεν έχω όμως εικόνα του τι γίνεται π.χ. μετά τα 32Κ, όπου η κόπωση μαζεύεται και το form χαλάει.


Συμπέρασμα

Το Prime X ήρθε από το πουθενά. Τίποτα δεν είχε διαρρεύσει, ενώ κυκλοφόρησε συγχρόνως με το πολύ βελτιωμένο Adios Pro 2, το οποίο πήρε τα φώτα πάνω του. Εν τούτοις, κατά την γνώμη μου είναι ξεκάθαρα αυτό που κλέβει τις εντυπώσεις από όλη την Adizero σειρά, ακόμη και τώρα που αυτή συμπληρώθηκε από το Takumi Sen 8.

Παράλληλα, η αποτελεσματικότητά του (χωρίς να γνωρίζω πώς πάει εμπορικά) πιθανώς να καθορίσει και μία νέα κατεύθυνση στην αγορά, αφού όλοι ψάχνουν για νέες προτάσεις. Πλέον, super αφρό με carbon plate έχουν σχεδόν όλες οι εταιρείες, οπότε δεν αποκλείεται να είμαστε στην αναζήτηση του επομένου βήματος.

Μπορεί σχεδιαστικά να μοιάζει υπερβολικό, τα ίδια λέγαμε όμως και 2 – 3 χρόνια πριν για τις τότε εξελίξεις που τώρα είναι μονόδρομος. Το Prime X αποδεικνύει ότι το “ουκ εν το πολλώ το ευ” δεν ισχύει πάντα, αλλά μόνο αν το δοκιμάσεις θα το καταλάβεις. Έχει όλο αυτό το cushioning που χρειαζόσουν και ήθελες αλλά δεν το ήξερες.

Αναμφίβολα, πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο μοντέλο και σίγουρα πολλούς δεν θα τους βολέψει. Η αστάθειά του είναι δεδομένη και αναδεικνύει τα όποια μυοσκελετικά θέματα ή αδυναμίες στη βιομηχανική που μπορεί να έχει κάποιος. Γνωρίζοντας όμως και αρκετούς δρομείς που το τρέχουν χωρίς πρόβλημα, θα έλεγα ότι η δοκιμή αξίζει τον κόπο. Ακόμη κι αν αρχικά σας φανεί πολύ δύστροπο, επιμείνετε και οι πιθανότητες να το “μάθετε” είναι πολλές. Αν ταιριάξετε, θα σας ενθουσιάσει. Αρκεί μόνο να μην ανέβετε βάθρο.

 

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Ο Νίκος Πήλικας είναι ερασιτέχνης δρομέας. Επειδή όμως δεν είναι καλός στο τρέξιμο, ασχολείται και με τα παρελκόμενα αυτού (π.χ. παπούτσια). Απ' ό,τι λένε, είναι καλύτερος σε αυτά...

7 Σχόλια

  1. Άψογο review! Για να κάνω και μια χαζή σύγκριση, από τα συμφραζομενα θα πρότεινες για μαραθώνιο το primex ενώ το adios pro2 για 10αρι και κάτω?

  2. @nestoras_katsios Μην κάνεις κανένα αστείο, Νέστωρα… Εσύ είσαι πολύ δυνατός, μπορεί να μπεις τριάδα και μετά να σε ακυρώσουν!

    Tο Adios είναι το κανονικό αγωνιστικό μαραθωνίου και το Takumi για τα 5Κ/10Κ. Θεωρητικά πάντα.
    Εγώ πάντως θα το ρίσκαρα και θα έτρεχα με το Χ τα 42.

  3. Νίκο εκπληκτικές φωτο και παρουσιαση δοκιμής! Ευχαριστουμε!

    Ερώτηση:
    Τι και ποση διαφορά έχεις δει στην καθίζηση του αφρου μετά από 140 χλμ, σε σχέση με όταν τα πρωτο φόρεσες;
    Η συμπεριφορά του παπουτσιου έχει αλλάξει; ( πιο μαλακό ή πιο σκληρό;)
    Στα adios pro 1, έπειτα από 300+ χλμ η καθίζηση του αφρου μοιάζει ελάχιστη, αν όχι ανυπαρκτη..
    Μοιάζει σαν να αντέχει πολυ ο αφρός αυτός. Ποια η γνώμη σου επ’αυτού;
    Κάποιοι αναφέρουν ότι μετά τα 70-80 χλμ είναι στα καλύτερα του το συγκεκριμένο παπουτσι.
    Εσύ που πλεον έχεις κάνει 140+ συμφωνεις με αυτό;

  4. @geomaz Καμμία διαφορά δεν έχω δει, Γιώργο.
    Και η εξώσολα αλλά και η συμπεριφορά του αφρού, είναι ακριβώς όπως στην αρχή. Softness και rebound δεν έχουν αλλάξει καθόλου, νομίζω.
    Πιστεύω ότι αυτό για τα 70-80 χλμ που λες, περισσότερο έχει να κάνει με τις νευρομυικές προσαρμογές του καθενός. Εννοώ ότι πλέον το έχεις μάθει το παπούτσι και το πας πιο άνετα κι αβίαστα. Δεν έχεις το νου σου διαρκώς πώς να το ισορροπήσεις.
    Εσύ είχες θέματα σταθερότητας;

  5. Νίκο όχι, κανένα ιδιαίτερο προβλημα σταθερότητας όταν τρέχω, όπως τα περιεγραψες αισθάνομαι και εγώ τα συγκεκριμένα παπουτσια.
    Ρωτησα επειδή ακόμα δεν έχω καταλήξει αν τρέξω την Άνοιξη μαραθώνιο εάν θα είναι με αυτα ή τα alphafly.
    Συνεπώς και ποσα χλμ να τους έχω κάνει έως τότε, εάν επιλέξω να τρέξω με αυτά τελικά.

  6. Θα ηθελα να ρωτησω τον @echetlos μετα τα alpha fly ποια παπουτσια θα προτιμουσε τα asics metaspeed sky ta rc elite2, ta adios pro2 , ta prime x για μαραθωνιο Ευχαριστω

  7. @skandi Tα ΝΒ δεν τα έχω δοκιμάσει.
    Μετά τα AF/VF, νομίζω θα επέλεγα τα Prime X. Τα φόρεσα την Κυριακή στα 21.1 του ΣΔΥΑ, όπου βοηθούσα έναν φίλο.
    Θεωρητικά ήμουν κάπου στο ΜΡ μου εγώ. Στο πρώτο μισό πηγαίναμε αργά, λόγω αέρα. Τρομερά ξεκούραστο. Στην επιστροφή, που τον είχαμε να μας σπρώχνει, πηγαίναμε 4:35-4:25, φτάνοντας ~4:10 στο τέλος. Ούτε κι εκεί είχε κανένα πρόβλημα σταθερότητας. Κράταγε τον ρυθμό, άλλαζε εύκολα αν χρειαζόταν και τα πόδια σα να είχα τρέξει την μισή απόσταση.
    Βέβαια, μιλάω για effort σχεδόν long run, οπότε δεν μπορώ να πω με σιγουριά πόσο θα με στήριζε αν ήμουν κουρασμένος. Ποτέ δεν χάλασε το form μου, ποτέ δεν βάρυναν τα πόδια, συνθήκες που σίγουρα θα συναντούσα στα 42Κ. Ίσως να αναζητούσα κάτι πιο στιβαρό στα τελευταία χλμ. Απ’ την άλλη, μέχρι εκεί θα μου είχε δώσει έναν ευκολότερο αγώνα. Προσωπικά πάντως, θα τα φορούσα χωρίς πολλή σκέψη. Άλλοι βέβαια τα βρίσκουν υπερβολικά ασταθή.

    ΥΓ: Στην αναστροφή, στο τέλος κατηφόρας μάλιστα, οι τριγύρω γελούσαν που έστριβα λες και ήμουν νταλίκα. 😀

Αφήστε μια απάντηση