Αρχική / Αξιολογήσεις / Adidas Adizero Adios Pro 2.0

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Αξιολογήσεις / Επιλεγμένα

Adidas Adizero Adios Pro 2.0

Adidas Adizero Adios Pro 2.0

Κατηγορία: Racer  –  Πάτημα: Ουδέτερο  –  Βάρος: 227γρ.  –  Drop: 10mm (39.5/29.5mm)

 

Το Adios Pro 1 ήταν από τα τελευταία super shoes που παρουσιάστηκαν μέσα στο 2020. Η αναμονή αλλά και τα χαρακτηριστικά του, έδειχναν ότι η Adidas ετοίμαζε κάτι διαφορετικό όλο αυτό το διάστημα. Αφενός το λανσάρισμα του Lightstrike Pro, αφετέρου η σχεδίαση με τα Energy Rods, αντί μίας ενιαίας carbon plate, μας προετοίμαζαν για μία ηχηρή απάντηση στο “καθεστώς” που είχε δημιουργήσει η Nike για περισσότερο από μία τριετία.

Σε επίπεδο marketing, το παπούτσι τα κατάφερε εξ αρχής πολύ καλά, συνοδεύοντας κάποια παγκόσμια ρεκόρ αλλά και μεγάλες επιδόσεις. Επιπλέον, κέρδισε σε γενικές γραμμές και το κοινό. Όσους τουλάχιστον κατάφεραν να το δοκιμάσουν, αφού η διαθεσιμότητα ήταν περιορισμένη σε όλες τις επανακυκλοφορίες του.

Προσωπικά πάντως, δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με το Adios Pro. Δεν ξέρω βέβαια και τι ακριβώς περίμενα, ενώ έχοντας δοκιμάσει και αρκετά carbon plated μοντέλα, δεν είναι εύκολο να εντυπωσιαστώ όπως παλαιότερα. Πολύ καλό παπούτσι, δεν τίθεται θέμα, απλά το πιθανότερο είναι ότι η σχεδίασή του δεν ταίριαζε με την μηχανική μου. Δεν θα έλεγα λοιπόν ότι ανυπομονούσα για την δεύτερη έκδοση, δεδομένου κιόλας ότι παραδοσιακά η Adidas δεν κάνει σημαντικές αλλαγές στα Adizero μοντέλα. Τελικά όμως, τα καλά πράγματα συμβαίνουν όταν δεν τα περιμένεις.


Επάνω μέρος και εφαρμογή

Celermesh 2.0 στη νέα έκδοση και το ήδη πανάλαφρο upper του v1 γίνεται ακόμη ελαφρύτερο. Το (σαν) ύφασμα είναι τρομερά λεπτό, έχει μία εντελώς πλαστική υφή και καμμία ελαστικότητα. Δεν δίνει σχήμα στο toe box, οπότε η όποια δουλειά γίνεται από τον προφυλακτήρα.

Εν αντιθέσει με άλλα αντίστοιχα μοντέλα, το Pro ενισχύεται από ένα πλήθος δομικών στοιχείων. Αφενός οι τρεις μεγάλες ρίγες από φιλμ και το άκαμπτο υλικό στην περιοχή των κορδονιών, αφετέρου ένα ευρύ πλέγμα από διάσπαρτα underlays, επιστρατεύονται για να δώσουν σταθερότητα στην όλη κατασκευή. Ακόμη κι έτσι πάντως, όλο το επάνω μέρος παραμένει minimal.

 

Η γλώσσα αποτελείται από ένα σκέτο κομμάτι ελαστικού υφάσματος, χωρίς καθόλου αφρώδες. Ενώνεται με τα πλαϊνά σε δύο σημεία με ραφές κι αυτό είναι όλο. Σε συνδυασμό με τα πολύ λεπτά και στενά κορδόνια, δεν επιτρέπει να το παρακάνεις με το σφίξιμο. Γι’ αυτό και κατά την συνήθη τακτική μου, τα άλλαξα με παχύτερα.

Η γλώσσα είναι εντελώς racing.

Κολάρο ουσιαστικά δεν υπάρχει στο πίσω μέρος, παρά μόνο μία σουέντ επένδυση. Όλη η περιοχή είναι ιδιαίτερα εύκαμπτη και την συγκράτηση της φτέρνας αναλαμβάνουν δύο λωρίδες αφρώδους. Θυμίζω ότι στην πρώτη έκδοση, δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα εσωτερικά.

 

Η πρώτη αίσθηση φορώντας το παπούτσι, είναι κάπως περίεργη. Κατ’ αρχάς, όπως και στο πρώτο Adios, η σχεδίαση της γλώσσας απαιτεί να την στρώσεις καλά επάνω στην ράχη του ποδιού, προτού το δέσεις. Από εκεί και πέρα, το Celermesh είναι τέτοιο που δεν αγκαλιάζει όπως θα περίμενες το πόδι, ιδίως στο toe box, καθώς δεν έχει καθόλου σχήμα, ζαρώνει και αφήνει κενά.

Η γλώσσα ενώνεται με τα πλαϊνά σε ένα σημείο.

Αντιθέτως, το midfoot είναι αρκετά στενό σαν γραμμή και σε συνδυασμό με την έλλειψη αφρώδους και το ύφασμα της γλώσσας, δίνουν μία αίσθηση σφιχτής “κάλτσας” στην περιοχή.

Το πίσω μέρος μοιάζει κι αυτό κάπως χαλαρό αρχικά και μέχρι να σφίξεις τα κορδόνια, αμφιβάλεις για την αποτελεσματικότητά του. Έχοντας στο μυαλό μου και το κολάρο του Adios Pro 1, το οποίο με ταλαιπώρησε αρκετά, ήμουν επιφυλακτικός. Παρ’ όλα αυτά, τρέχοντας δεν είχα το παραμικρό πρόβλημα, ασχέτως ταχύτητας ή διαδρομής. Ναι μεν δεν ένοιωθα ότι υπήρχε κάτι στιβαρό γύρω από την φτέρνα μου, παρέμενε όμως στην θέση της και ποτέ δεν ασχολήθηκα μαζί της. Η αλήθεια είναι ότι οι τόσο minimal σχεδιασμοί στο πίσω μέρος, εξαρτώνται συνήθως από το σχήμα του πέλματος στο σημείο. Στην περίπτωσή μου πάντως, δουλεύει.

Να σημειώσω εδώ και μία λεπτομέρεια που δεν έχω συναντήσει ξανά. Πέραν του κολάρου και της ποσότητας του αφρώδους, κάποιες φορές η επιλογή του υφάσματος εσωτερικά επηρεάζει την σταθερότητα. Αυτά που έχουν μία πιο “μεταξένια” υφή επιτρέπουν στην κάλτσα να γλιστράει επάνω τους και δεν βοηθούν στο κράτημα. Στο Adios Pro, ναι μεν το σουέντ υλικό αποτελεί από μόνο του αποδεδειγμένα ιδανική επιλογή, η Adidas όμως πήγε ένα βήμα παραπέρα. Το ύφασμα στις δύο λωρίδες αφρώδους λειτουργεί σαν άγκυρα. Είναι λείο και απαλό όταν οι ίνες του έχουν φορά προς τα κάτω, γίνεται όμως πιο τραχύ και άγριο κατά την αντίθετη φορά. Σα να “γραπώνει” την κάλτσα αν αυτή πάει να γλιστρήσει. Σίγουρα μία πολύ μικρή λεπτομέρεια, αξίζει όμως να την αναφέρουμε.

Δεν είναι ορατό αυτό που περιγράφουμε, με το άγγιγμα όμως γίνεται αμέσως αντιληπτό.

Αν εξετάσεις μεμονωμένα τα στοιχεία που αποτελούν το επάνω μέρος του μοντέλου, δεν σε πείθουν σαν πρώτη εντύπωση. Σαν σύνολο όμως, στον δρόμο δουλεύει χωρίς κανένα απολύτως θέμα. Το ελεύθερο κολάρο απαιτεί λίγο πιο σφιχτό δέσιμο, το οποίο με τα λεπτά κορδόνια μου έδινε κάποια πίεση στους ταρσούς. Μόλις τα άλλαξα όμως, εξαφανίστηκε. Επιπλέον, βρίσκεις εύκολα την εφαρμογή που θες.

Ο χώρος στα δάχτυλα δείχνει κάπως μπόλικος, ιδίως κοιτώντας το ζαρωμένο Celermesh. Είναι και ο λόγος που κάποιοι κατέβηκαν μισό νούμερο, κάτι που προσωπικά δεν έκανα. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για αγωνιστικό μεγάλων αποστάσεων και πέρα από το κράτημα, απαιτούνται η σχετική άνεση και η αποφυγή τριβών και ερεθισμών. Ακόμη κι έτσι όμως, τρέχοντας ποτέ δεν νοιώθεις ότι το πόδι πλέει μέσα στο toe box. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε συνθήκες cruising αλλά και μέσα στον στίβο.

Το μεσαίο τμήμα περιβάλλει σφιχτά το πόδι και εμπνέει απόλυτη σιγουριά, με τα εσωτερικά δομικά στοιχεία να κάνουν αθόρυβα την δουλειά τους. Πρόβλημα στην περιοχή θα αντιμετωπίσουν μόνο όσοι έχουν πολύ ογκώδες πόδι ή πολύ χαμηλή καμάρα. Είναι και αρκετά στενή η πλατφόρμα.

 

Από εκεί και πέρα, στα συν προσθέστε την μεγάλη ικανότητα διαπνοής του Celermesh, όπως και την συμπεριφορά του όταν βραχεί. Είναι τέτοιο το υλικό και τόσο λεπτό που δεν κρατάει σχεδόν καθόλου νερό επάνω του, ώστε να βαραίνει, όπως γίνεται με τα πιο παραδοσιακά διχτυωτά.

Αραχνοΰφαντο αλλά και ανθεκτικό το Celermesh 2.0.

Συνολικά, παρότι μάλλον εξεζητημένο εμφανισιακά και στις λεπτομέρειες, το upper του Adios Pro 2 είναι ακριβώς αυτό που απαιτεί η κατηγορία του: άνετο και σταθερό.

Σχετικά με το νούμερο και έχοντας δοκιμάσει και το αμέσως μικρότερο, καταλήγω στο ότι πάτε στο κανονικό σας. Απλά όχι με λεπτή κάλτσα, εκτός αν έχετε φαρδύ πέλμα μπροστά. Δεν αποκλείεται κάποιοι να είναι εντάξει και με μισό νούμερο κάτω (σίγουρα με λεπτή κάλτσα), δεν ξέρω όμως αν θα επαρκεί το μήκος. Ξαναλέω, αρχικά μοιάζει πολύ ευρύχωρο στα δάχτυλα, δεν το αντιλαμβάνεσαι όμως τρέχοντας.


Σόλα και πάτημα

Εδώ έχουμε πολλά να πούμε…
Αν κάποιος απλά διαβάσει τις προδιαγραφές και τα υλικά, τα v1 και v2 βασίζονται στην ίδια συνταγή: Lightstrike Pro, carbon plate κάτω από την φτέρνα και πέντε ανεξάρτητα carbon rods (ράβδοι) κάτω από τα μετατάρσια. Στην πραγματικότητα όμως, αρκεί μία γρήγορη ματιά στις δύο σόλες για να καταλάβει ότι έχουμε δύο αρκετά διαφορετικές κατασκευές. Και ένα ξεκάθαρα διαφορετικό αποτέλεσμα.

Το Adios Pro 2 έχει μία εντελώς νέα γεωμετρία ή αν προτιμάτε, αρχιτεκτονική. Μπορεί η σόλα του original να αποτελείτο από δύο ξεχωριστά κομμάτια αφρού, ώστε να τοποθετηθούν ανάμεσα τα carbon στοιχεία (έτσι κατασκευάζονται όλα τα αντίστοιχα μοντέλα, άλλωστε), στο τέλος όμως είχαμε ένα ενιαίο κομμάτι Lightstrike Pro. Τόσο οπτικά, όσο και λειτουργικά.

Στο v2, οι δύο στρώσεις έχουν διαφορετικό σχήμα, με τη μία να κάθεται επάνω στην άλλη, χωρίς όμως να εφαρμόζουν. Δεν “κουμπώνουν”, να το πούμε πιο απλά. Σε κάποια σημεία μάλιστα, το κάτω κομμάτι είναι πιο στενό από το επάνω.

Το χαρακτηριστικό της σχεδίασης που τραβάει αμέσως την προσοχή, είναι το κενό που υπάρχει στην εσωτερική πλευρά του midfoot, καθώς εκεί η κάτω στρώση του αφρού έχει ένα τεράστιο κόψιμο, αφήνοντας και σε κοινή θέα τα τρία από τα πέντε rods. Πέραν αυτού, στην εξωτερική πλευρά της περιοχής σχηματίζεται ένα άνοιγμα μεταξύ των δύο στρώσεων, με την επάνω να είναι αισθητά φαρδύτερη και να προεξέχει. Το αποτέλεσμα αυτής της διαίτερης γεωμετρίας είναι ότι δημιουργούνται πολλές “κόγχες” και γωνίες στο μεσαίο τμήμα του παπουτσιού, δίνοντας στην σόλα μία διαφορετική συμπεριφορά κατά την συμπίεση. Θα το δούμε αναλυτικότερα παρακάτω. Συν το ότι εξοικονομούνται και αρκετά γραμμάρια.

 

Η επιλογή των συστατικών από ανθρακονήματα παραμένει η ίδια. Στο πίσω μέρος και ακριβώς κάτω από τον εσωτερικό, μη αφαιρούμενο πάτο, έχουμε μία επίπεδη πλάκα. Ο ρόλος της είναι να σταθεροποιεί τα σχεδόν 4cm μαλακού αφρού κατά την προσγείωση. Φτάνει μέχρι την αρχή της καμάρας, όπου εκεί ξεκινούν οι πέντε ανεξάρτητοι ράβδοι, περίπου 1.5cm κάτω από το επίπεδο της πλάκας. Το σχήμα τους είναι καμπυλωτό, σαν και αυτό των περισσοτέρων carbon plated μοντέλων. Κατά την εταιρεία, η επιλογή αυτή στοχεύει σε ένα πιο φυσικό πάτημα, επιτρέποντας σε κάθε ράβδο να δουλεύει ξεχωριστά και αναλόγως του φορτίου στο σημείο.

Το εντελώς λείο λάστιχο του v1 έχει δώσει την θέση του σε ένα επίσης πολύ λεπτό αλλά σαγρέ υλικό, το οποίο μοιάζει με μαλακό γυαλόχαρτο. Χρειάζεται λίγα χιλιόμετρα για να τριφτεί και να “αγριέψει”, μετά όμως η πρόσφυση είναι απλά κορυφαία. Στο δε τελείωμα της σόλας, έχει τοποθετηθεί ένα μικρό κομμάτι από Continental λάστιχο, προφανώς για επιπλέον grip στην τελική φάση της απογείωσης. Το πίσω μέρος καλύπτεται μόνο από δύο λωρίδες, καθώς όμως σχηματίζεται μία αυλάκωση ενδιάμεσά τους, ο εκτεθειμένος αφρός έρχεται σε μικρή επαφή με το έδαφος.

 

Κατά τ’ άλλα, τα ύψη έχουν αλλάξει από 39/31.5mm σε 39.5/29.5mm, ενώ η φτέρνα έχει φαρδύνει κατά 5mm.

Ο Lightstrike Pro είναι ένας μετρίας πυκνότητας αφρός. Δεν θα τον χαρακτήριζα ακριβώς μαλακό, ιδίως όταν υπάρχουν στην αγορά συνθέσεις όπως ο ZoomX ή ο FuelCell. Στο πρώτο Adios Pro, το βάθος του cushioning προέκυπτε περισσότερο από την ποσότητα του αφρού, παρά από την δομή του. Αν δεν τον πίεζες πηγαίνοντας πολύ γρήγορα, η συμπίεση ήταν μικρή και το πάτημα κάπως flat. Σε πιο αργούς ρυθμούς, το παπούτσι ήταν δυσκίνητο και ξεκούρδιστο, ένοιωθα σα να έχω ένα τούβλο κάτω από το πέλμα μου.

Η νέα έκδοση είναι μία πολύ διαφορετική κατασκευή. Δεν ξέρω αν η ρύθμιση του Lightstrike Pro έχει αλλάξει, οπότε θα εστιάσω στο προφανές, δηλαδή την γεωμετρία της σόλας. Πουθενά η περιοχή του midfoot δεν έχει ενιαίο κομμάτι αφρού, σχηματίζοντας κενά, γωνίες και ασυμμετρίες. Ως αποτέλεσμα, υπάρχουν πολλά σημεία που φορτίζονται “τοπικά” και ανεξάρτητα από την υπόλοιπη σόλα. Έτσι, η συμπίεση εκεί είναι πολύ πιο εύκολη και βαθειά, δίνοντας τελικά ένα πολύ πιο μαλακό πάτημα από πριν. Ή για να ακριβολογούμε, ένα αντικειμενικά μαλακό πάτημα. Ακόμη και στο σημείο επάνω από τα rods, ο αφρός μπορεί να δουλέψει και ανάμεσά τους, αντί να τερματίσει, όπως θα γινόταν με μία ενιαία πλάκα. Εν ολίγοις και πάντα κατά την δική μου αντίληψη, η αίσθηση δεν έχει την παραμικρή σχέση με το πρώτο Adios Pro.

 

Στο πίσω μέρος παραμένει σχετικά πιο σφιχτό, όπως και στά δάχτυλα, πράγμα που όμως είναι απαραίτητο για να περάσεις την δύναμη κατά το toe off. Σε κάθε περίπτωση όμως, το μεσαίο τμήμα είναι αυτό που χαρακτηρίζει και επηρεάζει την συνολική αίσθηση.

Το μεγάλο “κόψιμο” στην καμάρα, αλλά και το άνοιγμα στην εξωτερική πλευρά, μειώνουν την ακαμψία στην περιοχή και δίνουν μια κάποια φυσικότητα στο transition. Μαζί με την ανεξάρτητη λειτουργία των rods (που κατά τ’ άλλα δεν αντιλαμβάνεσαι την παρουσία τους) κάνουν το παπούτσι πολύ πιο φιλικό και εύκολο από πριν. Προφανώς και παραμένει η στοχευμένη ακαμψία που απαιτεί ένα racer, απλά επιτρέπει στην κίνηση του ποδιού κάποιες παραπάνω μοίρες. Κι αυτό το καταλαβαίνεις όταν πας πιο αργά.

Κατά την άποψή μου, το κύριο μειονέκτημα του Adios Pro 1 ήταν η σχεδίαση του rocker. Ξεκινούσε πολύ μπροστά, σχεδόν στα δάχτυλα, με αποτέλεσμα να μην εμπλέκεται στο transition και να μην το βοηθάει. Έπρεπε να εξαντλήσεις το μήκος της σόλας για να το εκμεταλλευτείς, ενώ συγχρόνως απαιτούσε συγκεκριμένο form και ταχύτητα. Πλέον, το σήκωμα στο forefoot ξεκινάει πολύ πιο νωρίς, είναι ομαλότερο και δουλεύει ακόμη και σε μέτριους ρυθμούς. Νοιώθεις ότι σε ρίχνει προς τα εμπρός, ακόμη κι αν δεν φτάσεις μέχρι την άκρη των δαχτύλων σου.

Λόγω της μεγαλύτερη συμπίεσης του αφρού, το παπούτσι έχει ξεκάθαρα και περισσότερη επιστροφή ενέργειας. Η νέα γεωμετρία αναδεικνύει τα χαρακτηριστικά του Lightstrike Pro, ο οποίος εδώ δικαιολογεί εμφανέστερα τον όρο “super foam”. Έχει το cushioning, έχει το χαμηλό βάρος κι έχει κι ένα bouncy πάτημα. Ήπιο μεν αλλά σίγουρα το αντιλαμβάνεσαι.

Αυτό που με εντυπωσίασε με το Adios Pro 2, είναι ότι μπορεί να λειτουργήσει σχεδόν και ως προπονητικό, χωρίς να είναι δύστροπο ή να σου αλλάζει την μηχανική. Ναι μεν είναι συνολικά άκαμπτο, όμως η μεταταρσοφαλαγγική άρθρωση μπορεί να καμφθεί μέσα στον αφρό ικανοποιητικά. Κι όπως ανέφερα και παραπάνω, η “γλυπτική” της σόλας αφήνει κάποια περιθώρια και κατά τον εγκάρσιο άξονα. Βέβαια, αυτό δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις καλό, όπως θα δούμε παρακάτω. Όπως και να ‘χει, το παπούτσι έχει ένα μεγαλύτερο εύρος χρήσης, όχι μόνο σε σχέση με το original, αλλά και με άλλα distance racers.

Εύλογα κάποιος θα αναρωτηθεί γιατί να είναι σημαντικό κάτι τέτοιο για ένα καθαρά racing παπούτσι. Οι λόγοι είναι αρκετοί. Κατ’ αρχάς, οι δρομείς έχουν πάψει πλέον να κρατούν τα μοντέλα της κατηγορίας αυτής αποκλειστικά για αγωνιστική χρήση. Τα φορούν και σε πιο απαιτητικές προπονήσεις ή ακόμη και σε μεγάλα τρεξίματα για να διατηρούν τα πόδια τους πιο φρέσκα. Αν λοιπόν μιλήσουμε για προοδευτικά, εναλλασσόμενα ή fartlek τρεξίματα, αυτά περιλαμβάνουν και πιο αργούς ρυθμούς, όπου το παπούτσι δεν θα πρέπει να σε κουράζει. Το ίδιο ισχύει και για τα long runs. Το κυριότερο όμως είναι πως ακόμη και τον μαραθώνιο, ο μέσος ερασιτέχνης τον τρέχει περίπου σε ρυθμό easy run. Οπότε το παπούτσι πρέπει να μπορεί να υποστηρίξει μία πιο “αργή” μηχανική. Και το Adidas είναι τέτοιο.

Ανεβάζοντας ρυθμούς, όλα τα χαρακτηριστικά του μοντέλου ενισχύονται, πάντα όμως κοντρολαρισμένα. Το cushioning σφίγγει ελαφρώς και το rocker σε προωθεί προς τα εμπρός ευκολότερα. Δεν έχει σε καμμία περίπτωση το aggressiveness π.χ. του Endorphin Pro, του Metaspeed Sky ή ακόμη και του προκατόχου του, αν όμως δεν είσαι πραγματικά γρήγορος και ικανός, αυτό τελικά είναι μάλλον καλό. Λίγοι έχουν το efficiency που απαιτεί μία πολύ επιθετική σόλα κι αυτός είναι ίσως κι ο λόγος που αρκετοί elite της Adidas βλέπουμε να προτιμούν ακόμη το v1.

Τρέχοντας λοιπόν πιο γρήγορα, μεταφέρεις το πάτημα και λίγο πιο μπροστά, παίρνοντας το πολύ cushioning του midfoot και αμέσως μετά την φαρδιά και σταθερή βάση του forefoot. Ακόμη και τις φορές που επίτηδες πατούσα με όλη την φτέρνα, το transition δεν είχε κάποια αίσθηση “σκαλοπατιού”, όπως θα περίμενε κανείς από το κενό στην καμάρα. Ούτε και το σημείο ενέτεινε τον πρηνισμό μου. Στρωτό, εύκολο, ξεκούραστο και αρκετά αποδοτικό. Ο χαρακτήρας του είναι περισσότερο cruising, ιδανικός κατ’ εμέ κάπου γύρω από το κατώφλι. Μετά αρχίζει να γίνεται κάπως ασαφές και να δείχνει τον όγκο του. Το ανάποδο από το την πρώτη έκδοση δήλαδή, όπου η στιβαρότητα της σόλας το έκανε αρκετά πιο responsive.

Επειδή πολλοί θα έχουν στο μυαλό τους και τις σχετικές συγκρίσεις, το Adios Pro δεν είναι τόσο χαρακτηριστικά ευγενικό με τα πόδια, όσο ο ZoomX για παράδειγμα. Σαφώς και έχεις πλεονέκτημα έναντι των πιο παραδοσιακών αγωνιστικών, δεν σου αφήνει όμως την αίσθηση ότι έχεις τρέξει λιγότερα χιλιόμετρα ή με μικρότερη ένταση. Να σημειώσω ότι εσκεμμένα ανέφερα το μοντέλο και όχι τον αφρό και ο λόγος είναι ο εξής: εδώ και περίπου ένα μήνα τρέχω με το Prime X και η κατάσταση που διατηρεί τα πόδια μου ή η κόπωση μετά, είναι ίσως αντίστοιχη με αυτή των μοντέλων της Nike που φορούν Pebax. Βέβαια εκεί έχουμε 10 ολόκληρα χιλιοστά επιπλέον Lightstrike Pro. Θα τα πούμε όμως σύντομα και γι’ αυτό.

Πηγαίνοντας τις συγκρίσεις λίγο παραπέρα, το μοντέλο της Adidas μοιάζει πιο συμβατικό από κάποια άλλα της κατηγορίας. Παρότι είναι ένα τρομερά easy going αγωνιστικό, δεν νοιώθεις ότι σου δίνει αυτή την “μηχανική βοήθεια” που έχουμε αναφερθεί σε άλλες περιπτώσεις. Δεν ξέρω αν αυτό έχει να κάνει με την συμπεριφορά των rods έναντι της πλάκας ή το ότι ο Lightstrike Pro δεν έχει τόσο πολύ rebound. Πιθανώς να οφείλεται και στα δύο. Λείπει όμως αυτή η “effortless” αίσθηση που βλέπουμε αλλού, λες και το παπούτσι σε πάει μόνο του. Ούτε και θα σου δώσει το κάτι παραπάνω, όταν τα πράγματα αρχίσουν να δυσκολεύουν.

Ασχέτως των δύο προηγουμένων παραγράφων, το Adios Pro 2 είναι συνολικά ένα αναμφισβήτητα ικανό και απολαυστικό παπούτσι. Είναι όμως κατάλληλο για όλους; Όχι απόλυτα, καθώς η σχεδίαση έχει κάποιες ιδιαιτερότητες.

Τόσο σχέση με το v1, όσο και γενικότερα, υστερεί σε σταθερότητα. Κι ενώ το χαρακτηριστικό αυτό πάντα το σχετίζουμε με τον πρηνισμό, εδώ αφορά την αντίθετη περίπτωση. Κατ’ αρχάς, η φτέρνα είναι κι εδώ ανασηκωμένη (heel bevel) κι έχει και το λοξό σκάψιμο στην εξωτερική της πλευρά, δίνοντας σαφή κατεύθυνση κατά την προσγείωση. Αυτό είναι κάτι που εξυπηρετεί όποιον πρηνίζει, αφού κρατάει σε μία πιο ουδέτερη θέση το πέλμα. Αν όμως υπτιάζεις, σίγουρα σου το εντείνει. Και στις δύο συνθήκες όμως, αν κάποιος πατάει πολύ πίσω, υπάρχει μία αρχική αστάθεια.

 

Στην πρώτη έκδοση είχαμε ακριβώς την ίδια σχεδίαση αλλά το υπόλοιπο μέρος της σόλας μέχρι μπροστά, ήταν συμπαγές και με εντελώς κάθετα πλαϊνά. Στο v2 αντιθέτως, αμέσως μετά το bevel (πάντα στην εξωτερική πλευρά), ακολουθεί το κενό μεταξύ των δύο στρώσεων της σόλας. Συγχρόνως, στο σημείο εκείνο το επάνω μέρος της είναι φαρδύτερο από το κάτω και προεξέχει. Ως εκ τούτου, η συμπίεση γίνεται ακόμη ευκολότερη.

Κι επειδή μάλλον αυτά δεν αρκούσαν, στο εμπρόσθιο τμήμα η σόλα είναι αρκετά λεπτύτερη εξωτερικά απ’ όσο εσωτερικά.
Σε περιπτώσεις λοιπόν εγγενούς υπτιασμού ή βιομηχανικής με μεγαλύτερη φόρτιση στην εξωτερική πλευρά του πέλματος (όπως σε πάρα πολλούς αθλητές), η γεωμετρία του μοντέλου είναι πολύ πιθανό να μην ταιριάξει ή και να δημιουργήσει πρόβλημα. Προσωπικά, καθώς πρηνίζω αρκετά, ο σχεδιασμός αυτός με εξυπηρετεί. Αντισταθμίζει το softness της σόλας και το κενό στην καμάρα, χαρακτηριστικά που κανονικά θα οδηγούσαν σε μεγαλύτερο ρολάρισμα του ποδιού μου προς τα μέσα. Όταν όμως πατούσα επίτηδες προς την εξωτερική πλευρά ή σε γρηγορότερους ρυθμούς, όπου το πάτημά μου μεταφέρεται από μόνο του προς τα εκεί, ένοιωθα τον αφρό να τερματίζει. Δεν ήταν μόνο η αστάθεια που προκαλείτο, αλλά αισθανόμουν και ένα πιάσιμο στους περονιαίους μετά την προπόνηση. Εικάζω ότι είχε να κάνει με το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του Adios. Σε κάθε περίπτωση, είναι κάτι που πρέπει να λάβει υπ’ όψιν του κάποιος με ανάλογη μηχανική τρεξίματος.

Δεξιά, το εσωτερικό πλαϊνό και αριστερά, το εξωτερικό.

 

Συμπέρασμα

Συγκρίνοντας την σόλα των δύο εκδόσεων, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το v1 ήταν κάποιο πρωτότυπο ή ότι το δεύτερο είναι το v3. Τόσο πολύ απέχουν μεταξύ τους τα δύο μοντέλα. Η Adidas τόλμησε μία σχεδίαση, αμφιλεγόμενη εκ πρώτης, η οποία τελικά παίρνει το μέγιστο από τις δυνατότητες του Lightstrike Pro. Κι είναι σημαντικό το ότι πλέον η σειρά είναι πιο “προσιτή” και στον μέσο δρομέα, από πλευράς μηχανικής και ταχύτητας.

Έχω τρέξει περίπου 100 χιλιόμετρα με το παπούτσι, στα περισσότερα είδη προπονήσεων, και ήταν παντού ικανό και διασκεδαστικό. Κάτι που με το original ένοιωθα μόνο πηγαίνοντας γρήγορα. Δεν είναι τέλειο, αφού έχει κάποια θέματα σταθερότητας που πρέπει να λύσει, ακόμη κι έτσι όμως, θεωρώ ότι όλοι θα βρουν αυτό το “special” που περιμένεις από την συγκεκριμένη κατηγορία.

 

 

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Ο Νίκος Πήλικας είναι ερασιτέχνης δρομέας. Επειδή όμως δεν είναι καλός στο τρέξιμο, ασχολείται και με τα παρελκόμενα αυτού (π.χ. παπούτσια). Απ' ό,τι λένε, είναι καλύτερος σε αυτά...

12 Σχόλια

  1. Πιο πλήρες το review δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει, τερμάτισε !! Αν κατάλαβα καλά από τα μέχρι τώρα σχόλια, αξίζει να δώσει κάποιος 30 (προς το παρόν) ευρώ παραπάνω για το prime X, εκτός αν χάνει πολύ σε σταθερότητα

  2. @tonykyr Να ‘σαι καλά, Αντώνη! 🙂

    Γράφω στο τέλος ότι με το ΑΡ2 παίρνεις τα μέγιστα από τον Lightstrike Pro αλλά είναι μάλλον λάθος η πρόταση.
    Τα μέγιστα τα παίρνεις, με διαφορά μάλιστα, από την συγκεκριμένη γεωμετρία και 50mm σόλας. Το Prime X δηλαδή.
    Με 25% επιπλέον αφρό παίρνεις 40% καλύτερο παπούτσι! Αν δεν ετίθετο θέμα κανονισμών, αυτό θα ήταν το αγωνιστικό μαραθωνίου της Adidas. Πάντα βέβαια με την προϋπόθεση ότι θα μπορέσεις να το “ισορροπήσεις”, κάτι που δεν είναι δεδομένο.

  3. Καταπληκτικό review όπως πάντα και σε ευχαριστούμε.
    Μια ερώτηση , κάποιος με midfoot πάτημα που βολεύεται με παπούτσια που έχουν “ψωμί” σε αυτό το σημείο , θα του έκανε το AP2 ή κάνει “σκαλοπάτι” στο transition?

  4. Θα συμφωνήσω με τον @tonykyr σε σχέση με την ποιότητα του review, και έχω διαβάσει και δει ό,τι έχει κυκλοφορήσει σε σχέση με το παπούτσι.

    Νομίζω ότι πρέπει κάποιος να μιλήσει στους σχεδιαστές της Adidas (τελευταία είναι active στα social and non social media ο Nick Roché, global product manager για τη σειρά adizero) για την έννοια του μέτρου. Θαρρεί κανείς ότι πηγαίνουν από το ένα άκρο στο άλλο. Ένα ενιαίο κομμάτι-κούτσουρο αφρού στο ένα παπούτσι, μια σπουδή στην γλυπτική αφρού χωρίς κανένα πρακτικά flat σημείο στο άλλο. Και το βλέπεις αυτό τόσο από το AP1 στο AP2, όσο και από το AP2 στο Boston 10/Adios 6. Όλα αυτά τα παπούτσια πιθανότατα θα ωφελούνταν από κάποιες, μετρημένες, πτυχώσεις.

    Για το AP2 θα ήθελα να δω περισσότερες έρευνες σε σχέση με running economy. Ο Dustin Jubert (labratrundown) δεν έβγαλε μεγάλη βελτίωση, αλλά είχε μόνο τον εαυτό του ως πειραματόζωο. Αθλητές που τα φορούν σε αγώνες πηγαίνουν καλά, αλλά αυτό μπορεί να μην σημαίνει και κάτι.

  5. @pseiras Όχι, Κώστα, δεν το καταλαβαίνεις το κόψιμο στο σημείο. Έτσι κι αλλιώς υπάρχει σεβαστή ποσότητα αφρού μέχρι να φτάσεις στο κενό. Ίσως μόνο αν έχεις το μυαλό σου εκεί και πάλι όμως δεν ενοχλεί καν.

  6. @sotosdiam Όντως η Adidas δείχνει μια διάθεση για επικοινωνία, με τον Roché από δω κι από κει, απλά μοιάζουν κάπως με δελτίο τύπου οι απαντήσεις του. Δεν θα μπορούσε κι αλλιώς βέβαια, θα μου πεις…

    Κι εγώ αρχικά πίστευα ότι κάτι θα βραχυκυκλώνει με όλο αυτό το overengineering, Σωτήρη, είναι όμως πολύ στρωτό και ομαλό το transition τελικά. Πιθανώς να μην υπήρχε κι άλλος τρόπος να μαλακώσει το πάτημα. Ίσως να μην παίρνει πολύ πείραγμα ο L-Pro στην πυκνότητά του. Υποθέτω ότι το σκάψιμο στα πλαϊνά, όπως π.χ. στο Novablast 1, θα το έκανε ακόμη ασταθέστερο με 4cm στην φτέρνα.

    Ωραίες είναι οι μετρήσεις του Jubert αλλά δεν μπορείς να τις γενικεύσεις, δυστυχώς.

  7. Πραγματι, πιο πληρη κριτικη αμφιβαλλω αν θα βρει καποιος.

  8. Μπράβο Νίκο ωραία παρουσίαση , φέτος θα βγουν πολύ καλά παπούτσια , περιμένω κι άλλες αναλυτικές κριτικές .

  9. @giorgos-grig Thanks, Γιώργο!

    Έρχονται Deviate Elite και Prime X. Κι είναι και κανένα 6μηνο τα Liberate και Velocity που περιμένουν να πάρουν σειρά αλλά μ’ έχει φάει η μουργέλα…

  10. σεβαστη η προσπαθεια της adidas αλλα οταν εχεις απεναντι σου vaporfly …ειναι δυσκολα τα πραγματα

  11. Το συγκεκριμενο παπουτσι το εχω τρεξει καμμια 70αρια χιλιομετρα, και εχω 2 παρατηρησεις: 1ον στα πολυ γρηγορα κομματια ένιωθα να με απογειωνει, οσο ταχυτερα έτρεχα οσο έσπρωχνε και 2ον στα medium long που το χρησιμοποίησα, ανεβαζε θερμοκρασια μετα το 15ο χμ, στο εμπρος μερος της πατουσας εκει που ενωνονται τα δαχτυλα, σαν να θερμαινοταν η σολα απο τις τριβες, σε σημειο μαλιστα που ηταν ενοχλητικο να τρεχω μετα το 20ο χμ. Κατι τετοιο δεν ειχα με τα vaporfly.

  12. επισης μια περιεργη αισθηση με drop 10 …ηταν λες κ πατουσα με 4αρι !!!

Αφήστε μια απάντηση