Αρχική / Αξιολογήσεις / NIKE Air Zoom Pegasus 36

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Αξιολογήσεις / Επιλεγμένα

NIKE Air Zoom Pegasus 36

NIKE Air Zoom Pegasus 36

Κατηγορία: Trainer – Ουδέτερο πάτημα – Βάρος: 252γρ. – 10mm drop (28/18mm)

Θεωρητικά, η «καρδιά» ενός δρομικού παπουτσιού είναι η σόλα του, καθώς αυτή είναι που κατά βάση διαμορφώνει την αίσθηση που αποκομίζουμε στον δρόμο. Σχεδόν πάντα, ένα μοντέλο το αξιολογούμε από το πάτημά του και καταλήγουμε αν τελικά μας αρέσει ή όχι. Θεωρητικά…
Διότι πρακτικά, αν το καλοσκεφτούμε, αν ένα παπούτσι έχει σωστή εφαρμογή αλλά μια «μέτρια» σόλα, μπορείς να τρέξεις. Αν όμως δεν κάθεται καλά στο πόδι σου, όσο προηγμένο κι αν είναι το υλικό από κάτω, σίγουρα δεν θα πας πολύ μακρυά.

Η δεύτερη περίπτωση περιγράφει την εμπειρία μου με το Pegasus 35. Η νέα, ιδιαίτερη σχεδίαση του κολάρου δεν ταίριαξε ποτέ με την φτέρνα μου, παρότι δοκίμασα κάθε πιθανό τρόπο δεσίματος. Το πόδι μου δεν συγκρατείτο στο πίσω μέρος, επηρεάζοντας την συνολική εφαρμογή αλλά και την αίσθηση. Ως αποτέλεσμα, το τρέξιμο μου ήταν κάπως άτσαλο και ποτέ δεν μπόρεσα να ευχαριστηθώ τη νέα σόλα του μοντέλου. Και τελικά το παράτησα.

Στο νέο Pegasus, η Nike διατηρεί απαράλλαχτη την σόλα, φέρνοντας κάποιες αλλαγές μόνο στο επάνω μέρος. Αν και δεν είναι μεγάλες, αλλάζουν αρκετά το fit του παπουτσιού.

Επάνω μέρος και εφαρμογή

Κατ’ αρχάς, το διχτυωτό που διατρέχει όλο το επάνω μέρος έχει λεπτύνει αρκετά. Το engineered mesh εναλλάσεται μεταξύ πολύ ανοιχτής και εντελώς κλειστής ύφανσης, με την ελαστικότητά του να είναι περιορισμένη. Ο προφυλακτήρας είναι ελάχιστος και αρχικά δίνει την εντύπωση πως ο χώρος μπροστά είναι ρηχός. Η εσωτερική επένδυση έχει κι αυτή λεπτύνει, παραμένοντας όμως άνετη και μαλακή.

Το ύφασμα είναι αρκετά πιο λεπτό και διαπνέον από πριν. Με μαύρο χρώμα διακρίνεται η εσωτερική επένδυση, κάτι που δείχνει πόσο αραιή είναι η ύφανση στα αντίστοιχα σημεία.

Όπως και με τις τελευταίες εκδόσεις, το Flywire βρίσκεται κι εδώ για να συγκρατεί το πόδι, βοηθούμενο από το μεγάλο logo στην εξωτερική πλευρά αλλά και το σκληρό συνθετικό υλικό κατά μήκος των τρυπών των κορδονιών. Όπως και πριν, αυτές ξεκινούν αρκετά ψηλά, αφήνοντας μεγάλη ελευθερία στο toe box. Πέραν αυτών, κανένα άλλο δομικό στοιχείο δεν χρησιμοποιείται.

Το Flywire και το πιο άκαμπτο συνθετικό στην σειρά των κορδονιών, είναι τα μοναδικά overlays στο επάνω μέρος.

Η γλώσσα του νέου Pegasus έχει αλλάξει εντελώς. Δεν έχει καθόλου αφρώδες, ενώ και το μήκος της είναι πλέον κανονικό, εν αντιθέσει με αυτήν του P35. Εξακολουθεί να είναι ενωμένη με την εσωτερική φόδρα, πλέον όμως το συνολικό υλικό γύρω από το πόδι (γλώσσα – επένδυση) πιάνει πολύ λιγότερο χώρο. Το αφρώδες στο πίσω μέρος έχει επίσης μειωθεί ελαφρώς, είναι όμως οριακά πιο μαλακό. Τέλος, η ιδιαίτερη σχεδίαση του κολάρου παραμένει, καθώς στο τελείωμά του γυρίζει προς τα έξω, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι όποιες περιπτώσεις ερεθισμού στο αχίλλειο τένοντα.

Καθόλου αφρώδες στην γλώσσα και απλά επαρκές γύρω από τον αστράγαλο.

Με μια πρώτη ματιά, το upper του Pegasus 36 δεν δείχνει να διαφέρει από πριν. Παρ’ όλα αυτά, με το που το φορέσεις στο πόδι σου, διαπιστώνεις ότι δεν είναι έτσι. Αρχικά, σαν πρώτη αίσθηση το παπούτσι είναι πιο άνετο. Το νέο, λεπτύτερο ύφασμα δίνει περισσότερο αέρα στην εφαρμογή αλλά το πιο σημαντικό είναι πως βελτιώνει σημαντικά την διαπνοή. Στο Ρ35, ο συνδυασμός χοντρού διχτυωτού και επένδυσης δεν ήταν ό,τι καλύτερο τους καλοκαιρινούς μήνες.
Ο χώρος μπροστά, χωρίς να είναι άπλετος, συνδυάζει άνεση και κράτημα. Βοηθάει και η μετατόπιση της σειράς των κορδονιών προς τα επάνω. Νομίζω πως δύσκολα κάποιος θα διαμαρτυρηθεί ότι νοιώθει πίεση στα δάχτυλα.

Το Pegasus 35 ήταν κάπως σφιχτό στην περιοχή του midfoot. Όχι τόσο λόγω γραμμής αλλά επειδή μαζευόταν πολύ υλικό στο σημείο εκείνο. Παχιά γλώσσα, παχιά φόδρα, bootie κατασκευή και σχετικά χοντρό mesh, έκαναν την εφαρμογή να μοιάζει λίγο στενή. Δεν ενοχλούσε κατά το τρέξιμο, αν όμως ήθελες να το σφίξεις λίγο παραπάνω, το ένοιωθες να σε περιορίζει. Τα νέα υλικά αποσυμφορίζουν την περιοχή και δίνουν αισθητά μεγαλύτερη ευρυχωρία, ενώ σου επιτρέπουν να παίξεις και περισσότερο με το Flywire. Επίσης, παρά την γλώσσα – φλοίδα και το σκληρό υλικό γύρω από τα κορδόνια, καμμία πίεση δεν φτάνει στην ράχη του ποδιού.

Στην περίπτωσή μου, η μεγαλύτερη αλλαγή έχει να κάνει με την εφαρμογή του κολάρου. Όπως έχω ξαναπεί, η φτέρνα μου γλυστρούσε πολύ, ασχέτως δεσίματος, σφιξίματος ή οποιασδήποτε άλλης λύσης δοκίμασα. Ποτέ δεν κατάφερα να τρέξω με το παπούτσι και να το ευχαριστηθώ, πάντα ένοιωθα την εφαρμογή ξένη στο πόδι μου. Προφανώς, όλο αυτό εξαρτάται κι από τις ιδιομορφίες και το σχήμα του κάθε ποδιού, ξέρω πολλούς που δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Ξέρω όμως και μερικούς που είχαν αντίστοιχο θέμα αλλά και αρκετούς, οι οποίοι, παρότι δεν γλυστρούσε η φτέρνα, δεν ένοιωθαν ότι το παπούτσι ενέπνεε σιγουριά στο σημείο.
Στο νέο Pegasus τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά, παρόλο που το κολάρο εξακολουθεί να ανοίγει προς τα πίσω. Αφενός, το αφρώδες είναι πιο μαλακό κι αγκαλιάζει καλύτερα την περιοχή, αφετέρου, δεν φτάνει μέχρι κάτω. Έτσι, δημιουργείται μια «εσοχή» χαμηλά, δίνοντας στο καλούπι ίδιο σχήμα με αυτό της φτέρνας. Δεν θα πω ότι άλλαξα γνώμη και θεωρώ επιτυχημένη την συγκεκριμένη σχεδίαση του κολάρου, καθώς σαφέστατα προτιμώ πιο παραδοσιακές λύσεις. Παρ’ όλα αυτά, σε αυτή την έκδοση δεν έχω πρόβλημα και μπορώ να τρέxω χωρίς το πόδι μου να πλέει μέσα στο παπούτσι. Συν τοις άλλοις, δεν χρειάζεται και πολύ σφιχτό δέσιμο, οπότε δεν εμπλέκεις υπερβολικά το Flywire, κινδυνεύοντας για πιθανά σημεία πίεσης.

Το αφρώδες στο κολάρο είναι πιο μαλακό και φτάνει περίπου μέχρι τη μέση, δίνοντας καλύτερη εφαρμογή στην φτέρνα.

Γενικότερα, το Pegasus δίνει πλέον μια πολύ σωστότερη εφαρμογή, με περισσότερη άνεση και ικανή να φιλοξενήσει και φαρδύτερα πέλματα. Ακόμη κι αν θελήσεις να ανοίξεις ρυθμό, απλά σφίγγεις λίγο τα κορδόνια και το παπούτσι ακολουθεί. Σχετικά με το νούμερο, επιλέγετε το κανονικό σας.

Σόλα και πάτημα

Η Nike συνηθίζει να αλλάζει την σόλα των περισσοτέρων μοντέλων της κάθε δύο χρόνια, οπότε τα Pegasus 36 και 35 έχουν ακριβώς την ίδια.
Έχουμε τον κλασικό Cushlon αφρό (EVA) της εταιρείας, μία σύνθεση με σφιχτή ρύθμιση και μάλλον… παρωχημένη με τα σημερινά δεδομένα. Ανάμεσά του και αμέσως κάτω από το footbed, είναι τοποθετημένος ένας μονοκόμματος αεροθάλαμος, ο οποίος καλύπτει σχεδόν όλη την επιφάνεια της σόλας. Θυμίζουμε ότι στις εκδόσεις 33 και 34 είχαμε δύο ανεξάρτητους airbags εμπρός και πίσω, ενώ ακόμη παλαιότερα, μόνο στην φτέρνα. Να σημειώσουμε πως ο αεροθάλαμος δεν περιέχει μόνο πεπιεσμένο αέρα αλλά και ένα πλέγμα από νήματα, έτσι ώστε η όλη κατασκευή να έχει την απαραίτητη ακαμψία και σταθερότητα.

Καμμία αλλαγή δεν έχουμε ούτε και στην εξώσολα, η οποία συνεχίζει να καλύπτεται από ανθεκτικό λάστιχο σχεδόν εξ ολοκλήρου. Όσοι έχουν τρέξει με κάποιο Pegasus, ξέρουν ότι η διάρκεια ζωής του μπορεί να αγγίξει ή και να ξεπεράσει τα 1000 χιλιόμετρα, αποτέλεσμα του λαστίχου, του σφιχτού αφρού και της μακροζωίας του Air Zoom. Εγκάρσιες αυλακώσεις δεν υπάρχουν από κάτω, κάτι που κάνει το forefoot ακόμη πιο άκαμπτο.

Δεν έχω να πω πολλά για το πάτημα του Pegasus 36, ισχύει ακριβώς ό,τι είχα γράψει και στην παρουσίαση το Ρ35. Η μόνη διαφορά είναι ότι μπόρεσα να ευχαριστηθώ πολύ περισσότερο το παπούτσι, αφού έτρεχα ανενόχλητα και χωρίς να ασχολούμαι με την εφαρμογή της φτέρνας.
Ουσιαστικά, όλο το cushioning προέρχεται από τον αεροθάλαμο, με τον semi-firm αφρό να αποτελεί απλά μια σταθερή βάση. Αισθάνεσαι τον αέρα να μεταφέρεται κάτω από το πέλμα σου κατά το transition, δεν είναι όμως ποτέ ενοχλητικό όπως με τα Pegasus 33 και 34, όπου μπροστά τον ένοιωθες σαν εξόγκωμα και να σου πιέζει τα μετατάρσια. Η αίσθηση είναι ενιαία καθ’ όλο το μήκος της σόλας, χωρίς να την διακόπτει το κενό μεταξύ των δύο αερόσακων, όπως παλαιότερα. Παρέχει την απαραίτητη προστασία, ασχέτως απόστασης, απλά χωρίς το βύθισμα και το softness που συναντούμε σε άλλα μοντέλα της κατηγορίας. Εν τούτοις, όσοι είναι συνηθισμένοι σε μαλακά προπονητικά, δεν αποκλείεται στην αρχή να τους φανεί σκληρό.
Επιπλέον, η σχετική ακαμψία της σόλας μπροστά, λόγω Air Zoom και εξώσολας, ίσως για κάποιους αποδειχθεί ελαφρώς κουραστική στα αργά τρεξίματα. Βέβαια, τα πράγματα είναι αρκετά καλύτερα σε σχέση με τον ανεξάρτητο και παχύτερο αεροθάλαμο μπροστά. Το βέβαιο είναι ότι κάποιες αυλακώσεις θα βοηθούσαν.

Ο αεροθάλαμος και η απουσία αυλακώσεων, κάνουν το Pegasus σχετικά άκαμπτο στο forefoot.

Από την άλλη, τα παραπάνω χαρακτηριστικά του Pegasus το κάνουν ικανό και για πιο γρήγορους ρυθμούς, αν κάποιος θελήσει. Ο Cushlon είναι πολύ σταθερός, άσκοπο βούλιαγμα δεν υπάρχει, ενώ και το Air Zoom δίνει ένα κάποιο pop στο πάτημα. Συν το σχετικά χαμηλό βάρος του για trainer. Ρολάρει ωραία και αβίαστα, ακόμη και σε tempo ρυθμούς, ενώ η ανασηκωμένη φτέρνα φέρνει το πάτημα και λίγο πιο μπροστά.
Μοναδικό μείον, μια μικρή ασάφεια στο forefoot, αφού το toe off γίνεται επάνω σε ένα στρώμα αέρα, επηρεάζοντας την σταθερότητα όταν πατάς δυνατά.

Αρκετά ανασηκωμένη η σόλα στο τελείωμα της, δίνει αίσθηση χαμηλότερου drop από τα 10mm.

Κάποια στιγμή η Nike θα πρέπει να αλλάξει το υλικό του εσωτερικού πάτου στα μοντέλα της. Ο σπογγώδης αφρός, μπορεί να δίνει μια αρχική μαλακή αίσθηση, κρατάει όμως τον ιδρώτα σαν σφουγγάρι. Προφανώς αυτό έχει να κάνει με την θερμοκρασία και το επίπεδο εφίδρωσης του καθενός, σίγουρα όμως άλλα υλικά συμπεριφέρονται πολύ καλύτερα.


Συμπέρασμα

Το Pegasus 36 είναι ένα αρκετά καλό, αξιόπιστο και ευρύτερης χρήσης μοντέλο. Ιδίως με το νέο, βελτιωμένο επάνω μέρος, νομίζω ότι πολύ δύσκολα κάποιος δεν θα μείνει ικανοποιημένος. Το θέμα είναι ότι εξίσου δύσκολα κάποιος θα ενθουσιαστεί. Ναι μεν Cushlon και Air Zoom φέρνουν το έργο εις πέρας, παρ’ όλα αυτά η τεχνολογία στα υλικά έχει προχωρήσει πολύ και η σόλα του Pegasus δε μπορεί να ακολουθήσει. Ακόμη και εκ των έσω, ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος (ZoomX, React).
Απ’ ό,τι ακούγεται, η επόμενη έκδοση θα είναι πολύ διαφορετική, τόσο στην σόλα όσο και το upper. Πιθανολογώ ότι θα δούμε έναν συνδυασμό React και Air Zoom (όπως στο Vomero 14), άγνωστο όμως με τι ύψη και γεωμετρία. Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη του μακροβιότερου δρομικού μοντέλου της ιστορίας, μοιάζει επιβεβλημένη.

Ακόμη κι έτσι, γεγονός είναι πως το Pegasus στέκεται άνετα στην αγορά και μάλιστα αποτελεί  από τις πιο «do it all» προτάσεις. Βγάζει χιλιόμετρα, δεν είναι ακριβό και σε αντίθεση με το υπερβολικό marketing που βλέπουμε πολλές φορές από τις εταιρείες, προσφέρει μάλλον περισσότερα απ’ όσα υπόσχεται.

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Ο Νίκος Πήλικας είναι ερασιτέχνης δρομέας. Επειδή όμως δεν είναι καλός στο τρέξιμο, ασχολείται και με τα παρελκόμενα αυτού (π.χ. παπούτσια). Απ' ό,τι λένε, είναι καλύτερος σε αυτά...

4 Σχόλια

  1. Νίκο, σε ευχαριστούμε πολύ για την παρουσίαση. Να τονίσω ο,τι οι φωτογραφίες είναι κατατοπιστικότατες, βοηθούν πολύ να καταλάβουμε αυτό που περιγράφεις.

  2. Μετά απο 2 ζευγάρια 35, βρίσκομαι στην αναζήτηση για προπονητικό. Τα 35 δεν με ενόχλησαν ποτέ, σόλα αθάνατη, air zoom αθάνατο, απλώς ο αφρός τελικά κάθεται μετά τα 600 και νιώθεις το παπούτσι βαρύ και κάπως άτσαλο στο πάτημα. Από εκεί και πέρα είναι το ίδιο παπούτσι μέχρι τα 1200+. Μιας και που τα έχεις δοκιμάσει και τα δυο Νίκο πιστεύεις οτι το reebok είναι το ίδιο σβέλτο για κάποια μεγάλα τέμπο όπως τα peg; (δεν συγκρίνω 35-36 μιας και μιλάμε για τον ίδιο πάτο.) Γιατι με την τιμή που έχει το reebok τραβάει όπως και το κάνεις..

  3. @panosdimi Σαν εφαρμογή, είναι λίγο υποκειμενικό, Πάνο. Προσωπικά θα προτιμούσα το Pegasus με την φτέρνα του Forever.
    Σαν σόλα και πάτημα, διαλέγω Reebok χωρίς πολλή σκέψη, ιδίως αν μιλάμε για πιο σβέλτους ρυθμούς.

  4. Καλησπέρα.
    Δοκίμασα κάποια στιγμή το Pegasus 32 , μου άρεσε πως καθόταν στο πόδι και το αγόρασα.
    Έμεινα πολύ ευχαριστημένη.
    Από τότε έχω φορέσει το 33 το 34 και το 35.
    Αυτό που μου αρέσει ιδιαίτερα είναι το πάτημά τους. Καθόλου σκληρό…λίγο μαλακό θα έλεγα. Επίσης η εφαρμογή τους γενικά είναι αυτή που θέλω.Τα χρησιμοποιώ για όλες τις προπονήσεις πλην των διαλειματικών όπου χρησιμοποιώ τα Boston.
    Στο 35 που φοράω αυτή την περίοδο συνάντησα πάλι το γνωστό πάτημα που μου αρέσει. Δεν αντιμετώπισα το πρόβλημα που αναφέρει ο Νίκος σχετικά με τη φτέρνα πίσω. Εμένα το πόδι μου κουμπώνει κανονικά. Εκείνο που βρήκα διαφορετικό, είναι το upper στο toebox. Το παπούτσι μπροστά για μένα είναι σαν ξεχειλωμένο. Στα αργά τρεξίματα δεν με πειράζει καθόλου. Σε κάποιον ημιμαραθώνιο που το βαλα όμως ένιωθα ότι δεν με άφηνε να πάω όσο γρήγορα θα ήθελα. Εχω την premium έκδοση, δεν ξέρω αν σε αυτή του το toebox είναι διαφορετικό. Σήμερα μάλιστα επικοινώνησα με την nike στην Ολλανδία, αλλά δεν γνώριζαν να μου πουν.
    Παρήγγειλα και ένα 35, στην απλή έκδοση μου ήρθε όμως σφιχτό μπροστά και το έδωσα πίσω.
    Σε κάποια επίσκεψη σε outlet βρήκα το 34 στα 57 ευρώ οπότε το ξαναπήρα. Από το 34 δεν είχα κανένα παράπονο.
    Εκείνο που μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι πως όταν βγει το καινούργιο μοντέλο κοστίζει 120 ευρώ, έξι μήνες μετά μπορείς να το βρεις γύρω στα 70 αν ψάξεις καλά.
    Οπότε Νίκο θα δοκιμάσω και το 36.
    Σε ευχαριστούμε πολύ για το review.

Αφήστε μια απάντηση