Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Αξιολογήσεις / Επιλεγμένα

NIKE Zoom Fly 3

NIKE Zoom Fly 3

Κατηγορία: Trainer – Ουδέτερο πάτημα – Βάρος: 252γρ. – 8mm drop (36/28mm)

Η ιστορία μου με την συγκεκριμένη σειρά αποδεικνύεται τελικά αρκετά περίεργη. Όταν πρωτοδοκίμασα το Zoom Fly 1, είχα πραγματικά ενθουσιαστεί με το πάτημά του και τον τρόπο που ρόλαρε στον δρόμο. Παρ’ όλα αυτά, το σκληρό τελείωμα του ψηλού κολάρου μού προκαλούσε άσχημες φουσκάλες στη περιοχή του αχιλλείου τένοντα και στα δύο πόδια (δεν ήμουν ο μόνος), από τα πρώτα χιλιόμετρα μάλιστα. Παρότι δοκίμασα κάθε πιθανή λύση, το πρόβλημα παρέμενε και η συνύπαρξή μας ήταν αναγκαστικά σύντομη.
Στο επόμενο μοντέλο, το Zoom Fly Flyknit, είχαμε σημαντικές αλλαγές στην σόλα (React + carbon plate), οι οποίες την έκαναν ακόμη καλύτερη. Και πάλι όμως, το πλεχτό ύφασμα ήταν ανακόλουθο με τον χαρακτήρα του παπουτσιού, αφού δεν κρατούσε την φτέρνα όπως θα έπρεπε σε πιο γρήγορους ρυθμούς. Το Zoom Fly ήταν ένα παπούτσι φτιαγμένο για up tempo προπονήσεις και η εταιρεία του φόρεσε ένα upper που θα ταίριαζε σε trainer. Οπότε και με αυτό, οι δρόμοι μας χώρισαν σχετικά σύντομα.

Στην τρίτη έκδοση, η Nike προχώρησε σε ακόμη μεγαλύτερες αλλαγές. Εντελώς νέα σχεδίαση στο επάνω μέρος, με την σόλα να διατηρεί τα ίδια υλικά αλλά με διαφορετική γεωμετρία. Όπως και πριν, έτσι κι εδώ το ZF ακολουθεί τον σχεδιασμό του Vaporfly, προσπαθώντας να πείσει ότι κουβαλάει ανάλογο DNA.  Ας δούμε αν κάτι τέτοιο του εξασφαλίζει και την επιτυχία.

Επάνω μέρος και εφαρμογή

Το Flyknit, όπως και γενικότερα τα πλεχτά υφάσματα, είναι πολύ άνετο και με ωραία αίσθηση. Σε προπονητικά μοντέλα όμως. Σε γρήγορες ταχύτητες και ιδίως στις στροφές, η ελαστικότητα του υλικού επιφέρει χαλαρότητα στην εφαρμογή και τελικά το πόδι δεν συγκρατείται όπως πρέπει.
Στο νέο μοντέλο, το επάνω μέρος σχεδιάστηκε σε λευκό χαρτί και αποτελείται από δύο ξεχωριστές στρώσεις υλικών. Εσωτερικά έχουμε μία full bootie κατασκευή, δηλαδή μία «κάλτσα», χωρίς γλώσσα και πλαινά. Στο επάνω μέρος της είναι ιδιαίτερα ελαστική, ενώ εν αντιθέσει με αυτό που θα περίμενε κανείς, είναι χαλαρή γύρω από το πόδι και την φτέρνα. Έχουμε δει αντίστοιχες σχεδιάσεις σε άλλα μοντέλα, όπου θα μπορούσες να τρέξεις και χωρίς να δέσεις τα κορδόνια, εδώ όμως δεν είναι τέτοια περίπτωση.

Η εσωτερική επένδυση είναι ένα ενιαίο κομμάτι ελαστικού υφάσματος, εντελώς ανεξάρτητο από το εξωτερικό Vaporweave.

Εξωτερικά έχουμε την δεύτερη στρώση, αυτή από το νέο υλικό της Nike, το Vaporweave. Είναι το ίδιο με αυτό που χρησιμοποιείται στο Vaporfly Next%, μόνο που εκεί είναι μόνο του, χωρίς την εσωτερική κάλτσα. Κατά την εταιρεία, το πλεονέκτημά του είναι πως κρατάει πολύ λιγότερο νερό (ή και ιδρώτα) όταν βραχεί, όπως και το χαμηλό βάρος του. Είναι πάρα πολύ λεπτό, εντελώς ανελαστικό και έχει μία «πλαστική» αίσθηση, κάτι που βέβαια δεν ενοχλεί, αφού δεν έρχεται σε επαφή με το πόδι.

Το Vaporweave είναι εξαιρετικά λεπτό και με πολύ πυκνη ύφανση

Ο προφυλακτήρας είναι εντελώς εύκαμπτος, ενώ κλασικά δομικά στοιχεία δεν υπάρχουν. Μοναδική ενίσχυση στο midfoot, μία φαρδιά λωρίδα υφάσματος, μεταξύ των δύο στρώσεων, που ενώνεται με την σόλα και τις θηλιές των κορδονιών. Η σειρά πάνω στην οποία βρίσκονται αυτές, είναι και το μόνο σκληρό υλικό που συναντάς στο upper του ZF.

Στο πίσω μέρος, εξακολουθεί να μην υπάρχει παραδοσιακό κολάρο αλλά η κατασκευή είναι σαφώς πιο μελετημένη και αποτελεσματική. Εσωτερικά υπάρχουν δύο σχετικά λεπτές λωρίδες αφρώδους, οι οποίες αγκαλιάζουν την περιοχή κάτω από τον αστράγαλο. Επίσης, μία κάθετη λωρίδα από πιο άκαμπτο συνθετικό έχει τοποθετηθεί εξωτερικά, καθ’ ύψος της φτέρνας. Κι αυτό είναι όλο.

Η φτέρνα συγκρατείται από δύο μακρόστενα μαξιλαράκια. Το εξωτερικό συνθετικό κρατάει το σχήμα του κολάρου.

Το Flyknit στο ZF2, μπορεί να έδινε αρχικά μια σφιχτή αίσθηση αλλά τελικά αποδεικνυόταν άνετο, καθώς δούλευε μαζί με το πόδι. Αρκεί βέβαια να μην είχες πολύ φαρδύ πέλμα. Στο ZF3 τα πράγματα είναι διαφορετικά και πιστεύω ότι θα ικανοποιήσει τους περισσοτέρους.
Κατ’ αρχάς, η εσωτερική κάλτσα είναι από μαλακά υλικά και δίνει ένα ωραίο περιβάλλον. Όπως είπαμε και πριν όμως, είναι χαλαρή και δεν συγκρατεί από μόνη της το πόδι, οπότε την δουλειά αυτή θα την κάνει το Vaporweave και τα κορδόνια. Δεν είναι δύσκολο να βρεις την σωστή εφαρμογή, απλά δεν πρέπει να το σφίξεις υπερβολικά (ούτε και χρειάζεται) διότι στους ταρσούς δεν υπάρχει αφρώδες και μπορεί τα κορδόνια και το υλικό γύρω τους να δημιουργήσει πίεση.

Το inner sleeve είναι ελαστικό και με ωραία αίσθηση.

Το toe box είναι κάπου στον μέσο όρο σε ευρυχωρία, αντίστοιχο, ας πούμε, του ZF1. Δε νομίζω ότι κάποιος θα έχει πρόβλημα, εκτός αν το πόδι του είναι αρκετά φαρδύ. Το ίδιο ισχύει και για το μεσαίο τμήμα, όπου τα νέα είναι καλά για όσους δεν χωρούσαν στην στενή πλατφόρμα του ZF2. Μπορεί στο κάτω μέρος η σόλα να εξακολουθεί να είναι χαρακτηριστικά στενή, στο επάνω μέρος της όμως ανοίγει αρκετά προς τα έξω. Σε συνδυασμό με τα ελαφρώς ανασηκωμένα πλαινά στο σημείο εκείνο (ιδίως στην καμάρα), το πέλμα πλέον κάθεται σωστά και χωρίς να ξεχειλίζει από την βάση.

Στο μεσαίο τμήμα, η σόλα είναι αρκετά φαρδύτερη στο επάνω μέρος της και φιλοξενεί πολύ καλύτερα το πόδι.

Πολύ βελτιωμένα είναι τα πράγματα και στο πίσω μέρος. Ούτε το σκληρό, ψηλό κολάρο του ZF1 ούτε το ανύπαρκτο του ZF2. Τα δύο μαλακά pads αγκαλιάζουν αποτελεσματικά την φτέρνα, ενώ η ελαφριά του κατασκευή γύρω από τον αστράγαλο δουλεύει μαζί με την άρθρωση, χωρίς να την περιορίζει. Βασικά, δεν το νοιώθεις καν στο σημείο εκείνο.

Το μόνο αρνητικό εντοπίζεται στην διαπνοή του παπουτσιού. Οι δύο στρώσεις υλικών, οι οποίες γίνονται τρεις στο μεσαίο τμήμα, κάνουν το παπούτσι αρκετά ζεστό. Και φανταστείτε ότι δεν το έτρεξα σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες ή υγρασία.

Σε γενικές γραμμές, το επάνω μέρος του νέου Zoom Fly είναι άνετο και σχετικά σταθερό. Δεν έχει καμμία σχέση με την ιδιαίτερη εφαρμογή της προηγουμένης έκδοσης και το κυριότερο, απευθύνεται σε πολύ περισσότερα πόδια. Η αλήθεια είναι πως ούτε θα σε προβληματίσει αλλά ούτε και θα σε ενθουσιάσει.
Πιθανώς κάποιοι να αναρωτηθούν αν αυτά τα χαρακτηριστικά αρκούν σε ένα performance μοντέλο. Σε αυτό θα απαντήσουμε με μία άλλη ερώτηση: είναι το ZF3 τέτοιο; Θα το δούμε παρακάτω.

Όσον αφορά το νούμερο, πάτε στο κανονικό σας. Ίσως κάποιοι το βρουν ελαφρώς μακρύτερο αλλά ούτε ενοχλεί ούτε και πρέπει να κατέβετε μισό κάτω.


Σόλα και πάτημα

Tα συστατικά της σόλας παραμένουν ίδια με της προηγουμένης έκδοσης. React αφρός, η «in house» σύνθεση της Nike (αγνώστων λοιπών στοιχείων) και μία ενσωματωμένη πλάκα από ανθρακονήματα, η οποία έχει το καμπυλωτό σχήμα ενός κουταλιού. Εκεί σταματούν οι όποιες ομοιότητες με το ZF2, καθώς η γεωμετρία της σόλας είναι αρκετά διαφορετική. Πρώτα απ’ όλα, έχει ψηλώσει. Και πίσω και ακόμη περισσότερο μπροστά, αφού η Nike έριξε το drop στα 8mm. Πέρα από το ύψος, επιπλέον React έχει προστεθεί και κατά πλάτος, από το μέσο μέχρι και τα δάχτυλα. Βέβαια, η σόλα έχει ένα μάλλον περίεργο σχήμα, αφού φαρδαίνει προς τα κάτω αλλά στο τελείωμά της στενεύει ξανά. Ακόμη κι έτσι, έχει αισθητά πιο ανοιχτό αποτύπωμα από τα δύο προηγούμενα μοντέλα.

Τα πλαινά της σόλας ανοίγουν προς τα κάτω και στενεύουν πάλι στο τελείωμα.

Η θέση της carbon plate δεν βρίσκεται ακριβώς εκεί που θα υπέθετε κανείς, αν ακολουθούσε την γραμμή που χωρίζει την διχρωμία της σόλας (μπλε/άσπρο). Στο πίσω μέρος είναι λίγο πιο χαμηλά, ενώ μπροστά δεν μπόρεσα να την εντοπίσω μέσα στον αφρό, πιέζοντάς τον. Έχω την εντύπωση πάντως ότι είναι πιο στενή από την αντίστοιχη στο Vaporfly 4%, καθώς εκεί την καταλαβαίνεις με το που πιέσεις τα πλαινά της σόλας. Απλά το αναφέρουμε.

Αλλαγές έχουμε και στην εξώσολα, όπου και φέτος το Zoom Fly ακολουθεί αυτές που έγιναν στο Next%. Κατ’ αχάς, το μοτίβο του λαστίχου είναι διαφορετικό, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην πρόσφυση σε βρεγμένο έδαφος. Έχει πολλές κατά μήκος αυλακώσεις, οι οποίες δεν είναι ιδιαίτερα βαθειές αλλά σίγουρα αποδίδουν καλύτερα από την επίπεδη διάταξη στα V1 και V2. Δεν έτυχε να τρέξω σε βρεγμένο αλλά ακόμη και στο στεγνό, καταλαβαίνεις την διαφορά.
Από το μέσο και προς τα πίσω, η σόλα στενεύει και πάλι όπως παλιά, έχουν όμως γίνει κι εκεί κάποιες σημαντικές διαφοροποιήσεις. Δύο μεγάλα κομμάτια λαστίχου έχουν τοποθετηθεί στα πλαινά της φτέρνας κι εν αντιθέσει με πριν, καθόλου αφρός δεν μένει εκτεθειμένος. Το δε κενό ανάμεσα, δεν έρχεται σε επαφή με το έδαφος, καθώς έχει μια κοιλότητα στο σημείο εκείνο. Οπότε παίρνουμε ως δεδομένο την μεγαλύτερη ανθεκτικότητα του παπουτσιού.

Η ακαμψία της σόλας είναι η ίδια με πριν, όταν προσπαθείς να κάμψεις το παπούτσι με το χέρι. Γι’ αυτό και συναντάμε κι εδώ την rocker σχεδίαση, με το έντονα ανασηκωμένο forefoot.

Η rocker σχεδίαση της σόλας.

Το semi-firm ZF1 ήταν ένα up-tempo μοντέλο, το οποίο ήθελε γρήγορους ρυθμούς και κατάλληλο form για να δουλέψει σωστά. Αλλιώς ήταν κουραστικό. Το ίδιο ίσχυε πάνω κάτω και για το ZF2 αλλά εκεί ο μαλακότερος React έκανε το πάτημα πιο γλυκό και φιλικό σε πιο αργά τρεξίματα. Και τα δύο πάντως, σε αντέμοιβαν αν πήγαινες γρήγορα. Αυτό δεν ισχύει πλέον.

Κατά την άποψή μου, το Zoom Fly 3 έχει μεταλλαχθεί σε κάτι διαφορετικό κι οι λόγοι είναι αρκετοί. Πρώτα απ’ όλα, έχει μαλακώσει πολύ. Δεν ξέρω αν αυτό έχει να κάνει μόνο με την μεγαλύτερη ποσότητα αφρού από κάτω ή έχουμε και μια διαφορετική ρύθμιση του React, το σίγουρο είναι πως η σόλα πλέον έχει πολύ περισσότερη συμπίεση ή αν προτιμάτε, βύθιση. Ιδίως μπροστά, θα έλεγα ότι πλησιάζει αυτή του 4%. Αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα αν ο React είχε τις ιδιότητες του ZoomX. Δεν τις έχει όμως. Σαφώς και είναι ένας «ζωντανός» αφρός, απέχει όμως πολύ από τον τρόπο που συμπεριφέρεται το Pebax. Εν ολίγοις, δεν μπορεί να διαχειριστεί το πάχος της σόλας και τελικά καταλήγει να προσφέρει απλά πολύ cushioning και ελάχιστο rebound.

Το ύψος της σόλας μπροστά είναι όσο έχουν άλλα παπούτσια στο πίσω μέρος.

Στις προηγούμενες εκδόσεις, το πιο σφιχτό forefoot επέτρεπε στην ανασηκωμένη σόλα να δουλέψει όπως έχει σχεδιαστεί. Ρόλαρες επάνω στο μέσο της και σου έδινε μια αίσθηση προώθησης και γρήγορο transition. Εδώ, το βούλιαγμα μέσα στον αφρό μοιάζει σα να καταργεί το rocker. Μάλιστα, παρόλο που η ακαμψία της σόλας παραμένει, η ποσότητα του υλικού επάνω από την πλάκα είναι τόση, ώστε επιτρέπει στο πέλμα να καμφθεί μέσα του. Πολύ διαφορετική αίσθηση από πριν. Απ’ την άλλη βέβαια, αυτό κανει το παπούτσι πιο ξεκούραστο, αφου επιτρέπει στη μεταταρσοφαλαγγική άρθρωση να δουλεύει μέχρι ενός σημείου.

Το άλλο μεγάλο θέμα με το Zoom Fly 3, έχει να κάνει με το βάρος του. Δεν είναι μόνο ότι αυτό έχει αυξηθεί, τα νούμερα δεν λένε πάντα όλη την αλήθεια. Στον δρόμο μοιάζει ακόμη βαρύτερο. Ουσιαστικά έχουμε ένα πανάλαφρο επάνω μέρος, που εξαφανίζεται όταν τρέχεις, και ένα μεγάλο κομμάτι αφρού από κάτω. Ως αποτέλεσμα, νοιώθεις πως όλο το βάρος του παπουτσιού βρίσκεται κάτω από το πέλμα σου. «Bottom heavy», που λένε και οι από κει. Προσωπικά το βρήκα πολύ ενοχλητικό, ιδίως όταν προσπαθούσα να κινηθώ πιο γρήγορα. Γενικότερα, το ZF3 δίνει την αίσθηση ενός ογκώδους παπουτσιού, σαν αυτά της max cushioning κατηγορίας και χωρίς να μπορεί όλο αυτό να το καμουφλάρει.

Το φόρεσα σε tempo runs, σε ελεύθερα και σε μεγαλύτερες προπονήσεις. Στα πρώτα, δεν έχει καμμία σχέση με ό,τι γνωρίζαμε από τα V1 και V2, εντελώς άλλη συμπεριφορά. Δεν ρολάρει, η συμπίεση του αφρού είναι μεγάλη και όσο κι αν προσπαθεί να βοηθήσει η φαρδύτερη πλατφόρμα μπροστά, είναι και ασταθές στο toe off. Το upper κρατάει πολύ καλύτερα από του ZF2 (όχι και από του ZF1) αλλά πλέον είναι η σόλα που δεν αντέχει πίεση. Παλεύεις να το σηκώσεις το παπούτσι, τόσο λόγω βύθισης όσο και βάρους. Για χρήση σε στίβο, ας μην το συζητήσουμε καν. Αν κάποιος δε, προσγειώνεται και πολύ πίσω, εκεί τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα. Η σόλα αγγίζει τα 40mm, είναι πολύ στενή, ενώ η κοιλότητα στο μέσο της φτέρνας, αυξάνει κι άλλο το softness. Για να έχετε μια εικόνα, το Vomero 14 είναι αρκετά πιο «γρήγορο» μοντέλο.

Στην φτέρνα η σόλα παραμένει χαρακτηριστικά στενή, κάνοντας την προσγείωση στο σημείο ασταθή.

Σαν προπονητικό δουλεύει σίγουρα πιο ισορροπημένα. Μακράν πιο ξεκούραστο από τα προηγούμενα, άφθονο cushioning και κάποιο pop, επάνω μέρος που ταιριάζει σε trainer, συν το ότι ο αργός ρυθμός κρύβει κάπως την αστάθεια της σόλας. Το κυριότερο όμως είναι πως το πόδι κινείται πιο φυσικά επάνω στην βάση. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να είναι άκαμπτη, κάτι που σε τέτοιου είδους τρεξίματα δεν είναι σύμμαχος. Όπως και να ‘χει, τουλάχιστον για τα γούστα μου, υπάρχουν πολλά άλλα μοντέλα που θα προτιμούσα για καθημερινή χρήση.

Συμπέρασμα

Το Zoom Fly 3 είναι ένα «μπάσταρδο» παπούτσι. Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω πού απευθύνεται. Δεν έχει καμμία σχέση με performance trainer, μία κατηγορία που το πρώτο Zoom Fly όρισε εκ νέου, όταν πρωτοεμφανίστηκε. Το ύψος της σόλας είναι υπερβολικό, εκθέτει τον (κατά τ’ άλλα πολύ καλό) React και πνίγει εντελώς την carbon plate. Ποτέ δεν αντιλήφθηκα ότι υπήρχε ανάμεσα στον αφρό. Ούτε και σαν προπονητικό προσφέρει κάτι ιδιαίτερο, εκτός αν κάποιος θέλει ένα πολύ μαλακό πάτημα. Και πάλι όμως, του λείπει μια κάποια ευκαμψία και η σταθερότητα, αν πατάς πολύ πίσω.

Όπως είπαμε και στην αρχή, η Nike έχει επιλέξει το Zoom Fly να ακολουθεί σχεδιαστικά το Vaporfly. Αυτή την φορά η συνταγή δεν πέτυχε. Δείχνει εντυπωσιακό, όπως άλλωστε όλα τα μοντέλα της εταιρείας, στην πράξη όμως δεν λειτουργεί. Αν κρατούσε την σόλα του ZF2 και απλά τοποθετούσε το νέο upper, θα είχαμε ένα εξαιρετικό μοντέλο.

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Ο Νίκος Πήλικας είναι ερασιτέχνης δρομέας. Επειδή όμως δεν είναι καλός στο τρέξιμο, ασχολείται και με τα παρελκόμενα αυτού (π.χ. παπούτσια). Απ' ό,τι λένε, είναι καλύτερος σε αυτά...

15 Σχόλια

  1. Νομίζω ότι η nike έκανε το 3 πιο προσιτό και ευκολο σε ένα μεγαλύτερο κοινό και για τις επιδόσεις άφησε την επιλογή του next%

  2. Μπράβο Νίκο! Πολύ ενδιαφέρον Review! Σίγουρα θα το τιμήσω, πιθανότατα μετά τον ΑΜΑ, μιάς και μέχρι τότε είμαι καλυμμένος από παπούτσια. Θα έχουν πέσει και οι τιμές. 3 γρήγορες παρατήρησεις.
    – Άρα σύμφωνα με τα γραφόμενα, θα μπορούσε να θεωρηθεί πιο κόντα (και ανταγωνιστικά ίσως) στο Peg2, παρά στο ZF2
    – Οι θέσεις που τοποθέτησαν το λάστιχο από κάτω λόγικα θα μειώσει την φθορά που είχε στα άσπρα τμήματα (ψυχολογικό θέμα, μιας και επί της ουσίας δέν προχωρούσε)
    – Είμαι περίεργός να δώ τη συμπεριφορά σε γρήγορο θυμό και απότομες αλλαγές κατεύθυνσης.

  3. Νίκο ευχαριστούμε, κατατοπιστικότατος όπως πάντα!

  4. @panosgr To Next δεν είναι performance trainer, είναι distance racer, Πάνο. Θέλω να πω πως δεν γίνεται να το έχει ο μέσος καταναλωτής για τα tempo του ή τα μεγάλα κομμάτια. Είναι πολύ ακριβό και παρόλο που ο ZoomX τελικά δεν έχει τόσο λίγη ζωή όσο αρχικά νομίζαμε, δεν παύει να είναι είνα παπούτσι που το «φυλάς».

    @thanassispriskos Να ‘σαι καλά, Θανασάρα!

  5. @aristidi
    – Ποιο Peg2, Αριστείδη;;; Πιο κοντά στο Bondi θα μπορούσε να θεωρηθεί!
    – Όντως, η εξώσολα αποτελεί σίγουρα σημείο βελτίωσης. Αν και ο React δεν έχει πρόβλημα φθοράς, ακόμη και εκτεθειμένος.
    – Δεν πάει γρήγορα το παπούτσι. Είναι πολύ μαλακό και ασαφές μπροστά και νοιώθεις και τον τεράστιο όγκο κάτω από το πέλμα σου. Ούτε και σηκώνεται, δεν βοηθάει το γρήγορο turnover.

    Όχι… να μην το τιμήσεις.

  6. Thanks για το review Νίκο. Κάποια στιγμή θα την πετύχουν τη συνταγή, πού θα πάει 🙂
    Θα ήθελα να δοκιμάσω κάποια στιγμή και το Zoom Gravity.

  7. Καλησπερα σε ολους..την διαφορα ενος trainer παπουτσιου με perfomance νομιζω μπορω να την καταλαβω…την διαφορα perfomance με distance racer ομως ποια ειναι ??

  8. Tony @kukoc υπάρχουν recovery, trainers, performance trainers, short distance racers, long distance racers. Ένα performance trainer παπούτσι μπορεί να είναι και ικανοποιητικό long distance racer. Μπερδεμένα τα πράγματα 🙂
    Αν θέλεις ένα καλό παράδειγμα για τη διαφορά μεταξύ performance trainer και distance racer μπορείς να δεις τα Nike Zoom Fly και Vaporfly. Η λογική της Nike ήταν ότι προπονείσαι με το Nike Zoom Fly για να συνηθίσεις την άκαμπτη πλάκα και αγωνίζεσαι με το Vaporfly. Η λογική λέει ότι ένα performance trainer είναι καταρχήν trainer, άρα αντέχει κάποια χιλιόμετρα, δεν σε χρεώνει υπερβολικά κλπ, αλλά είναι παράλληλα και performance-oriented, οπότε είναι σχετικά ελαφρύ, σβέλτο. Για τον αγώνα πας στο ελάχιστο δυνατό βάρος, άρα το racer συνήθως έχει μικρότερη αντοχή, και πιθανόν να είναι ακόμη πιο σκληρό. Αυτό το τελευταίο έχει αλλάξει με τα αγωνιστικά Hoka, Vaporfly κι άλλα.

  9. @sotiris diamantopoulos Σας ευχαριστώ πολυ για την απάντηση .Νομιζω μπαίνω στο νόημα σιγά σιγά

  10. @kukoc Όπως σου τα έγραψε ο Σωτήρης, αν και αυτές οι κατηγορίες έχουν τελικά να κάνουν με τα γούστα και την «ικανότητα» του καθενός. Π.χ. άλλος φοράει το Adios μόνο μέσα στον στίβο κι άλλος το έχει για daily trainer ή κάνει μαραθώνιο με αυτό.
    Γεγονός είναι πως υπάρχουν, ώστε να μπορούμε να μιλάμε την ίδια γλώσσα μεταξύ μας, τουλάχιστον στα χαρτιά.

    Βασικά, η διάκριση που γίνεται τελευταία είναι μεταξύ racers (ή racing flats) και distance racers.
    Μέχρι πρότινος, το καθαρόαιμο αγωνιστικό ήταν πανάλαφρο, στενό και με υποτυπώδες cushioning. Τουλάχιστον σε επίπεδο αθλητών, δεν αφορούσε και τόσο τους ερασιτέχνες.
    Με την έλευση το Vaporfly, φαίνεται ότι οι παράγοντες άνεση και απορροφητικότητα μπήκαν για τα καλά στην εξίσωση, αφού όλο και περισσότεροι αθλητές το επιλέγουν για τα 42Κ ή και τα 21.1Κ. Μάλιστα, κάποιες φορές το έχουμε δει ακόμη και σε 10Κ μέσα σε στίβο.
    Ενώ λοιπόν στους μικρότερους αγώνες εξακολουθούν να φοριούνται τα παραδοσιακά racers, στον μαραθώνιο οι αθλητές πλέον δείχνουν να αρέσκονται στα χαρακτηριστικά ενός distance racer.

  11. @echetlos Ολα αυτα στην θεωρια. Γιατι απ’ οτι καταλαβαινω στην πραξη ο καθενας τρεχει με οτι τον βολευει!

  12. @kukoc Ακριβώς.

  13. Νικο ποια μοντελα της nike εχουν τα μεγαλυτερα ‘υψη’ (διαφορα εμπροσθιου κ πισω μερους εννοω) ?

  14. @phill Αν εννοείς ύψη σόλας, Next% και ZF3 είναι μακράν των υπολοίπων.
    Αν αναφέρεσαι στο λεγόμενο drop, όλα τα Nike είναι στα 8-10mm.

  15. στα υψη σολας αναφερομαι Νικο ,ευχαριστω

Αφήστε μια απάντηση