Κατηγορία: Trainer
Υψη σόλας: 53/43mm
Βάρος: 329 γρ.
Μετά από μία μακρά περίοδο εγκατάλειψης των προπονητικών της μοντέλων, η Nike πέρυσι αναδιάρθρωσε πλήρως την σχετική της γκάμα. Ξεχνάμε ό,τι ξέραμε, έχοντας πλέον τρεις συγκεκριμένες σειρές. Pegasus, Vomero και Structure, με καθεμία από αυτές να περιλαμβάνει τρία μοντέλα: Icon (διατηρεί τον αριθμό της έκδοσης), Plus και Premium.

Η πρώτη δεν μας έχει πείσει προς το παρόν, η δεύτερη απεδείχθη εξαιρετική με τα V18 και V Plus, ενώ με την τρίτη δεν ασχοληθήκαμε και ούτε και πρόκειται, μάλλον. Από άποψη για τα stability παπούτσια.
Εστιάζοντας λοιπόν στην οικογένεια Vomero, στην κορυφή της βρίσκουμε ένα μοντέλο τόσο υπερβολικό και αμφιλεγόμενο, που μόνο η Nike θα μπορούσε να επινοήσει. Το ερώτημα είναι αν πρόκειται για μία περίπτωση “επίδειξης” ή ένα πραγματικά λειτουργικό παπούτσι.
Επάνω μέρος και εφαρμογή
Η πληθωρικότητα του Vomero Premium ξεκινάει από το upper του, με την εταιρεία να το ντύνει με δύο διαφορετικές στρώσεις υλικών. Εσωτερικά υπάρχει μία σχετικά παχιά και διάτρητη επένδυση, η οποία ενώνεται με την γλώσσα. Πολύ μαλακή και με ωραία αίσθηση.


Full gusseted κατασκευή.
Πάνω από αυτήν και σε όλη την επιφάνεια του παπουτσιού, είναι τοποθετημένο ένα πολύ λεπτό υλικό, σαν μεμβράνη. Μοιάζει με πλαστικό στην υφή αλλά είναι ένα αραιό engineered mesh, εντελώς ανελαστικό. Οι δύο στρώσεις δουλεύουν ανεξάρτητα, θυμίζοντας μάλιστα το επάνω μέρος του Turbo 1.

Στιβαρή δομή στο εξωτερικό ύφασμα, προσφέροντας το απαιτούμενο κράτημα.
Αντίστοιχα και τα πλαϊνά στο μεσαίο τμήμα, εκεί όπου δεσπόζει η πολύ παχιά γλώσσα. Παρ’ όλα αυτά συνδυάζεται με παχιά, φλατ και χωρίς ελαστικότητα κορδόνια, τα οποία κρατούν την τάση που θα δώσεις. Βοηθάει και το ενισχυμένο πλαίσιο των τρυπών.

Ιδίως ψηλά, η γλώσσα είναι από τις πιο “γεμάτες” που συναντούμε.

Αναμενόμενα σκληρό το κολάρο πίσω, με μια τεράστια ποσότητα αφρώδους εσωτερικά και “βελούδινη” επένδυση.

Το Premium δικαιολογεί το όνομά του.
Το επάνω μέρος είναι κατ’ αρχάς φαρδύ. Όχι υπερβολικά, όπως ίσως ξεγελάει οπτικά, έχει όμως παντού αέρα και ύψος. Κι αυτό παρά το πολύ αφρώδες που συνήθως στενεύει την εφαρμογή. Το toe box θα φιλοξενήσει εύκολα όλα τα πέλματα, ιδανικά τα πιο ογκώδη. Ακόμη κι εκείνοι με στενό όμως, δεν θα έχουν πρόβλημα, αφού οι ρυθμοί που κινείσαι με το παπούτσι δεν απαιτούν το απόλυτο κράτημα.

Το midfoot έρχεται στα μέτρα σου χωρίς δυσκολία. Το μόνο που χρειάζεται είναι να σφίξεις λίγο παραπάνω τα κορδόνια, λόγω της πολύ παχιάς γλώσσας που μπερδεύει αρχικά το δέσιμο. Μόλις το βρεις όμως, τα πάντα μετά κάθονται όπως πρέπει. Έτσι συγκρατείται σωστά και η φτέρνα.

Κλασικό lacing system που κάνει καλά την δουλειά του.

Γενικά το Vomero Premium έχει απροβλημάτιστη εφαρμογή και θα ταιριάξει λογικά στους πάντες. Συν το ότι οι προπονήσεις για τις οποίες προορίζεται, δεν μπορούν να αναδείξουν αστοχίες του επάνω μέρους, ακόμη κι αν υπήρχαν. Κορυφαία άνεση από τα πλούσια υλικά, cozy αίσθηση και επαρκής σταθερότητα.

Οι επενδύσεις παντού είναι από πολύ απαλά υφάσματα.
Η διαπνοή είναι καλύτερη του αναμενομένου. Τα δύο διάτρητα διχτυωτά επιτρέπουν την ροή του αέρα και μόνο το πίσω μέρος υστερεί συγκριτικά, όπου έχουμε το άκαμπτο κολάρο και το πολύ padding.

Αν και ενισχυμένη σαν πλέξη, η επάνω στρώση είναι πολύ λεπτή και σχεδόν διαφανής.
Το μέγεθος είναι εντελώς κανονικό στο μήκος και ακολουθείτε αυτό που παίρνετε πάντα. Ακόμη κι αν σας είναι φαρδύ, δεν κατεβαίνετε νούμερο.
Σόλα και πάτημα
Η εσωτερική κωδική ονομασία κατά την εξέλιξη του μοντέλου, πριν ακόμη κυκλοφορήσει ως Vomero Premium, ήταν “AlterG”. Το όνομα παραπέμπει στους γνωστούς διαδρόμους αντιβαρύτητας, οι οποίοι σου επιτρέπουν να τρέχεις με μικρότερο ποσοστό του πραγματικού σου βάρους. Χρησιμοποιούνται κυρίως σε περιπτώσεις αποκατάστασης, καθώς μειώνουν το φορτίο που δέχονται οι ιστοί και οι αρθρώσεις, δίνοντας μία αίσθηση αιώρησης. Σίγουρα εμπνευσμένο και “πιασάρικο” από πλευράς Nike, δημιουργώντας όμως και ανάλογες προσδοκίες.
Για να το πετύχει λοιπόν αυτό, η εταιρεία επιστράτευσε κάθε διαθέσιμο όπλο της. Πρώτα απ’ όλα, τα ύψη της σόλας. Εξαιρουμένου του Mizuno Rebellion Pro 3, που το πραγματικό του ύψος πλησιάζει τα 60mm, το Premium είναι το ψηλότερο μοντέλο της αγοράς. Αν όμως βάλουμε στην εξίσωση και το τεράστιο πλάτος της βάσης, τότε σίγουρα μιλάμε για τον μεγαλύτερο όγκο σόλας που υπάρχει. Τα επίσημα 55/45mm δεν είναι ενδεικτικά, αφού η Nike έχει ως μέγεθος αναφοράς το US10, αντί του US9 που μετρούν οι υπόλοιπες εταιρείες. Οπότε υπολογίστε το κάπου στα 52-53 χιλιοστά.

Χωρίς λόγια.
Ο αφρός είναι όλος από ZoomX (Pebax), έχοντας όλες εκείνες τις ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τους super foams. Απορρόφηση, επιστροφή ενέργειας και χαμηλό βάρος. Διαφορετική ρύθμιση ωστόσο από εκείνη των αγωνιστικών μοντέλων της Nike.

Και πάμε τώρα στο highlight της σόλας, που δεν είναι άλλο από το Air Zoom. Ανάμεσα στον αφρό είναι τοποθετημένοι δύο αεροθάλαμοι, ένας στην φτέρνα και ένας μπροστά. Ο καθένας αποτελείται από δύο ανισομεγέθη τμήματα, με το εσωτερικό να είναι μεγαλύτερο για λόγους σταθερότητας. Οι δε άκρες τους είναι ακάλυπτες για να απλώνουν προς τα έξω και να ενισχύεται το cushioning.


Εργοστάσιο παραγωγής cushioning.
Εσωτερικά φέρουν πεπιεσμένο άζωτο και ίνες πολυμερούς, ώστε η συμπίεσή τους να μην είναι ανεξέλεγκτη. Να σημειώσουμε επίσης ότι εδώ το Air Zoom δεν είναι το ίδιο με εκείνο στο Alphafly 3. Τόσο σαν σχήμα όσο και περιεχόμενο.

Η εξώσολα καλύπτεται όλη από παχύ λάστιχο, με το γνωστό Waffle μοτίβο. Περιέργως για Nike, η πρόσφυση είναι αρκετά καλή, έχοντας δοκιμάσει το παπούτσι ακόμη και σε λείο τσιμέντο με ψιλόβροχο.

Η επιφάνεια από εκτεθειμένο αφρό δεν έρχεται σε επαφή με το έδαφος.

Τα lugs δίνουν καλό grip και το πάχος τους ανθεκτικότητα.
Οι δύο κοιλότητες που εκθέτουν το Air Zoom, σίγουρα αφαιρούν κάποια γραμμάρια, δίνοντάς του και επιπλέον ελευθερία. Ακόμη και σχεδιαστικά, είναι μία ωραία λεπτομέρεια, όπως και η αναγραφή των υψών στο κέντρο. Κι ας είναι παραπλανητική.


Παρότι τα trainers της Nike ποτέ δεν χαρακτηρίζονταν από το έντονο rocker τους (το αντίθετο μάλιστα), η περίπτωση του Vomero είναι διαφορετική. Προφανώς δεν γινόταν κι αλλιώς, για να μπορέσει όλος αυτός ο όγκος να κινηθεί προς τα εμπρός. Έτσι έχουμε μία μακριά και ομαλή γωνία στα μετατάρσια, αλλά και πολύ ανασηκωμένη την φτέρνα. Ιδίως πίσω, κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο, ώστε να μεταφέρεται λίγο πιο μπροστά η προσγείωση και να μην συνθλίβεις την άκρη της σόλας, καθυστερώντας την μετάβαση.

Το μέγεθος του Premium επιβάλλει μία rockered γεωμετρία.

Το Vomero Premium έχει ένα αρκετά ιδιαίτερο πάτημα. Δεν είναι ακριβώς αυτό που δείχνει και θα περίμενες από τις διαστάσεις και τα συστατικά του και αποδεικνύεται τελικά πολύ πιο νορμάλ και λειτουργικό.
Για το cushioning που παρέχει το μοντέλο, δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Αυτό που βλέπεις και φαντάζεσαι, αυτό και είναι. Πραγματικά one of a kind, κάτι που φαίνεται από το πρώτο κιόλας βήμα. Περισσότερο όμως φαίνεται κατά την διάρκεια και μετά, όπου διαπιστώνεις ότι σου έχει προστατεύσει τα πόδια με τρόπο μοναδικό. Όπως κι αν προσγειωθείς, ό,τι κι αν κάνεις, όσο κουρασμένος κι αν είσαι, σε απομονώνει πλήρως από το έδαφος και τους κραδασμούς του. Και ποτέ δεν φθίνει, όση ώρα κι αν περάσει.

Το ύψος μπροστά είναι όσο σε άλλα μοντέλα πίσω.
Όσον αφορά το softness, τα πράγματα εκεί μοιάζουν πιο φυσιολογικά και γήινα. Εννοείται πως η σόλα έχει πάρα πολύ μαλακή συμπεριφορά, δεν είναι όμως κάτι ακραίο ή μη διαχειρίσιμο. Κι αυτό θεωρώ πως είναι αποτέλεσμα του Air Zoom, το οποίο μετριάζει και κοντρολάρει την βύθιση του ποδιού. Για να μην μπερδευτούμε, δεν αποτελεί ένα σκληρό τμήμα της σόλας, κάθε άλλο, αλλά περισσότερο ένα διαφορετικό είδος “αποσβεστήρα” ανάμεσα στον πολύ αραιό ZoomX. Ξαναλέω, εντυπωσιακά μαλακό αλλά όχι σε βαθμό που να καταλήγει ανεξέλεγκτο και να μην ξέρεις πού πατάς. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως οι ρυθμοί που θα κινηθείς με το μοντέλο, δεν επιφέρουν μεγάλο φορτίο στην σόλα. Συν ότι τα ύψη δεν της επιτρέπουν να τερματίσει. Αναλογικά με το μέγεθός του, θα το χαρακτήριζα έως και ισορροπημένο
Φυσικά όλα αυτά εξαρτώνται από την ικανότητα αποσυμπίεσης των υλικών. Pebax και αεροθάλαμοι δίνουν μία πολύ γρήγορη επαναφορά, βγάζοντάς ανέξοδα το πόδι από την σόλα. Δεν είναι το είδος του bounce που θα σε πετάξει και θα σε προωθήσει, αλλά εκείνο που θα επισπεύσει την διαδικασία και θα κρύψει τα 50+ χιλιοστά πολύ μαλακού αφρού. Πιθανώς κάποιοι να περίμεναν μία πιο εξωφρενική συμπεριφορά, λαμβάνοντας όμως υπ’ όψιν το βάρος και τον όγκο του Premium, όπως και την χρήση του, το επίπεδο του rebound κάνει ακριβώς αυτό που χρειάζεται.

Το Air Zoom δουλεύει διαφορετικά απ’ ό,τι στο Alphafly, παρότι ξεκάθαρα συνεισφέρει στην ελαστικότητα της σόλας. Η διαφορά είναι ότι εδώ η απόδοσή του μετριάζεται από την μαλακή στρώση από κάτω του, ενώ στο AF η αντίδραση γίνεται κατευθείαν επάνω στο έδαφος. Έτσι κι αλλιώς, το responsiveness δεν είναι το ζητούμενο στην περίπτωση του Vomero.

Ο αερόσακος λειτουργεί ως μέρος του συνόλου.
Η μεγάλη πρόκληση για ένα τέτοιο παπούτσι, είναι προφανώς το ζήτημα της αστάθειας. Η εταιρεία συνδύασε πολλά στοιχεία και τελικά πέτυχε ένα σχετικά ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Σε καμμία περίπτωση δεν το αποκαλείς στιβαρό, ούτε όμως καταλήγει και σε μία “ισορροπία του τρόμου”, όπως αρχικά υποθέτεις.

Πλάτος, σχήμα και bevel προσπαθούν να κρατήσουν ουδέτερη την φτέρνα.
Η βάση του είναι πραγματικά τεράστια σε πλάτος, ιδίως στο μεσαίο και πίσω μέρος, και εντελώς άκαμπτη στρεπτικά. Μεγάλο μέρος της δουλειάς γίνεται και από το Air Zoom, το οποίο δίνει μία δομή στην κατασκευή (όσο γίνεται) και αντισταθμίζει τον Pebax. Ναι μεν συμπιέζεται αλλά έχει μεγαλύτερη αντίσταση από τον αφρό.

Σχεδόν παραλληλόγραμμο!
Επίσης, στο επάνω μέρος της φτέρνας έχει τοποθετηθεί ένα κομμάτι σκληρού πλαστικού για ακαμψία, αναγράφοντας μάλιστα και κάτι που δεν φανταζόμασταν.

“Μη εγκεκριμένο από τη World Athletics”.
Το Vomero Premium είναι προφανώς φτιαγμένο για αργούς ρυθμούς. Καθημερινά, recovery τρεξίματα, κυρίως όταν τα πόδια είναι βαριά και ασήκωτα. Απίστευτα εύκολο transition, παρόλο που εικάζεις το αντίθετο, αναλαμβάνει να κάνει όλη την δουλειά για εσένα. Ο όγκος του συνηθίζεται σχετικά γρήγορα και θα έλεγα πως ιδανικά αφήνεις το παπούτσι να σε πάει με τον τρόπο του, αντί εσύ να προσπαθείς να επιβάλλεις τον δικό σου. Κι όσο ξένος και αφύσικος και να σου φαίνεται αρχικά, τελικά θα είναι ο πιο άνετος.
Το bounce διευκολύνει πολύ την κατάσταση, ενώ το rocker και η ελαφριά ευκαμψία μπροστά δίνουν μία αρκετά ομαλή απογείωση. Παρότι θα περίμενες τα 40+ χιλιοστά να το κάνουν εντελώς άκαμπτο στα μετατάρσια, τόσο η σόλα όσο και το πέλμα μέσα της έχουν περιθώριο για ένα στοιχειώδες flex.

Κι όμως…
Κάτι άλλο που μου έκανε εντύπωση, ήταν η αίσθηση του βάρους του. Το Vomero είναι υπερβολικά βαρύ αλλά στον δρόμο δείχνει απλά βαρύ. Αν το φορέσεις σε ένα long run, το πιθανότερο είναι πως κάποια στιγμή θα εμφανιστούν τα πραγματικά του γραμμάρια, όπως και ο όγκος του. Ωστόσο, σε κάποια easy runs των ~10Κ δεν γίνεται τόσο αντιληπτό, ούτε και σε κουράζει. Τουλάχιστον σε εμένα.

Νο 45
Κλείνοντας, αν και κανείς θα υπέθετε το ανάποδο, θεωρώ ότι το παπούτσι θα ταιριάξει ακόμη καλύτερα σε ελαφρύτερους δρομείς και με πιο ρολαριστό πάτημα. Λιγότερο στρες στην σόλα και πιο ελεγχόμενη συμπίεση, ισορροπώντας αποδοτικότερα τα χαρακτηριστικά της. Επίσης, για αθλητές με μεγάλο όγκο και διπλές προπονήσεις, θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο για εκείνες τις ημέρες που απλά μαζεύουν χιλιόμετρα. Παρόλο που συνήθως αυτοί οι δρομείς αποφεύγουν τέτοια μοντέλα.
Συμπέρασμα
Το Vomero Premium δεν ήταν τελικά ο “δεινόσαυρος” που περίμενα. Είναι πολλά τα παραδείγματα που το overengineering τελικά δεν αποδίδει, πόσω μάλλον όταν μιλάμε και για μία εταιρεία που παραδοσιακά αρέσκεται να προκαλεί, μόνο και μόνο για τις εντυπώσεις. Παρ’ όλα αυτά, εδώ δεν έχουμε μία τέτοια περίπτωση.
Αναμφισβήτητα, το παπούτσι έχει περιορισμένο εύρος χρήσης και ρυθμών, περιοριζόμενο σε αργά τρεξίματα μικρής ή μεσαίας διαρκείας. Δεν αποκλείω βέβαια κάποιους να τους βολέψει και σε μεγαλύτερα. Σε κάθε περίπτωση, αν κάποιος ψάχνει μέγιστη άνεση και ευκολία, χωρίς μάλιστα πολλές παραχωρήσεις, το Nike είναι η απάντηση. Κι είναι και διασκεδαστικό το πάτημά του.
Από την άλλη, υπάρχουν κι άλλα μοντέλα που κάνουν παρόμοια πράγματα, όντας φθηνότερα και σίγουρα πιο ευέλικτα. Και το ότι μιλάμε για προπονήσεις κατά βάση απλές και διεκπεραιωτικές, αυτό από μόνο του καθιστά το Vomero ως υπερβολή ή πολυτέλεια. Οπότε θα έλεγα ότι τελικά το παίρνεις, όχι επειδή το χρειάζεσαι αλλά επειδή απλά το θέλεις.