Αρχική / Αξιολογήσεις / New Balance Fresh Foam Beacon v2

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Αξιολογήσεις / Επιλεγμένα

New Balance Fresh Foam Beacon v2

New Balance Fresh Foam Beacon v2

Κατηγορία: Lightweight trainer – Ουδέτερο πάτημα – Βάρος: 218γρ. – 6mm drop (26/20mm)

To Beacon v1 ήταν ένα μοντέλο που δεν τράβηξε την προσοχή ιδιαίτερα. Οι περισσότεροι δεν κατάλαβαν πότε εμφανίστηκε, ίσως ούτε και τι ακριβώς ήταν. Δεν είχε κάτι ιδιαίτερο να διατυμπανίσει άλλωστε, απλή η σόλα του, απλό και το επάνω μέρος του. Ακόμη και τους χρωματισμούς, οι πιο πολλοί θα τους έβρισκαν μάλλον αδιάφορους και βαρετούς.

Εν τούτοις, ό,τι του έλειπε σε εμφάνιση και λούστρο, το είχε και με το παραπάνω σε ουσία. Όσοι το φόρεσαν έμειναν τουλάχιστον ικανοποιημένοι, ενώ η πλειονότητα ενθουσιάστηκε με το πόσο πολυχρηστικό ήταν. Συγχρόνως, κάλυπτε και ένα κενό που είχε δημιουργηθεί στην σειρά των μοντέλων της ΝΒ τα τελευταία χρόνια, αυτό του cushioned lightweight trainer. To Boracay δεν υπήρχε πια και το Zante είχε γίνει πιο σκληρό. Το δε κλασικό 890, ναι μεν επανεμφανίστηκε, είχε όμως ξεκάθαρα μετατοπιστεί προς την performance κατηγορία, χάνοντας την φιλικότητα του παρελθόντος.

Το 2019, η εταιρεία ανανέωσε το Beacon. Κράτησε ίδια την σόλα αλλά έπαιξε αρκετά με το upper.

Επάνω μέρος και εφαρμογή

Μπορεί την παράσταση να κλέβει το ιδιαίτερο κολάρο, η σχεδίαση όμως του επάνω μέρους παραμένει αρκετά απλή και λιτή.
Μία στρώση από engineered mesh, του οποίου η ύφανση μοιάζει εντελώς κλειστή. Αν το κοιτάξεις όμως από το εσωτερικό, στην πραγματικότητα είναι πιο αραιή, οπότε δεν τίθεται θέμα διαπνοής. Άλλωστε, το ύφασμα είναι πολύ λεπτό και μαλακό, ενώ η ελαστικότητά του περιορισμένη. Ο έσωτερικός προφυλακτήρας έχει εύρος αλλά είναι πολύ εύκαμπτος, δίνοντας απλά σχήμα στο toe box.

Πολύ πυκνό mesh αλλά μαλακό κι εύκαμπτο.

Δομικά στοιχεία δεν υπάρχουν πουθενά μπροστά, με το midfoot να ενισχύεται μόνο από το logo της εταιρείας. Η γλώσσα έχει το ελάχιστο δυνατό padding αλλά σε συνδυασμό με τα λεπτά, επίπεδα κορδόνια, καμμία πίεση δεν φτάνει στην ράχη του ποδιού.

Το πίσω μέρος αποτελεί ένα ανεξάρτητο κομμάτι από το διχτυωτό. Είναι σαφώς πιο structured (αν και πουθενά δεν υπάρχουν σκληρά υλικά), με το αφρώδες να είναι κι εδώ ελάχιστο και ουσιαστικά στην εξωτερική, “ανάγλυφη” επιφάνεια. Εσωτερικά υπάρχουν δύο λεπτές λωρίδες από πιο μαλακό υλικό, οι οποίες όμως δεν φτάνουν μέχρι πίσω. Γενικότερα, η όλη κατασκευή γύρω από την φτέρνα είναι αρκετά μίνιμαλ.

Μπορεί το κολάρο σχεδιαστικά να διαφέρει, είναι όμως αρκετά λιτό ως κατασκευή.

Αυτό που ξεχωρίζει εμφανώς, είναι το πόσο ψηλά φτάνει το πολύ εύκαμπτο κολάρο, όπως και το χαρακτηριστικό του γύρισμα προς τα έξω. Είναι μια σχεδίαση που συναντούμε συχνά τελευταία και αποσκοπεί στην αποφυγή οποιασδήποτε πίεσης ή τριβής στην περιοχή του αχιλλείου τένοντα.

Το upper του Beacon είναι κλασικό… New Balance. Άνετη μεν εφαρμογή αλλά και σταθερή συγχρόνως.
Ο χώρος στα δάχτυλα έχει αρκετόν αέρα, τόσο σε πλάτος όσο και ύψος. Ακόμη και σε μεγάλα τρεξίματα δεν θα προβληματίσει, χωρίς όμως ποτέ να το νοιώσεις χαλαρό, κυρίως λόγω της μικρής ελαστικότητας του υφάσματος.
Αντίστοιχα είναι τα πράγματα και στο μεσαίο τμήμα, όπου η απλότητα της κατασκευής και η λεπτή γλώσσα, επιτρέπουν να παίξεις με το σφίξιμο και να βρεις την εφαρμογή που θες.

Μπορεί το πίσω μέρος να ξενίζει αρχικά, κάνει όμως την δουλειά του ακριβώς όπως πρέπει. Το κολάρο είναι ιδιαίτερα εύκαμπτο και με το σχήμα “κανάτας” που έχει, ουσιαστικά προσομοιάζει αυτό της φτέρνας και την αγκαλιάζει. Το δε τελείωμά του στο επάνω μέρος, δεν έχει καμμία δομή και θα λέγαμε ότι εξυπηρετεί περισσότερο αισθητικούς λόγους. Τα εσωτερικά μαξιλαράκια είναι πολύ λεπτά και απλά προσθέτουν λίγο σε άνεση.

Το επάνω μέρος του Beacon είναι όσο απλούστερο γίνεται σχεδιαστικά κι αυτός είναι ο λόγος που δουλεύει σωστά. Ισορροπεί ιδανικά μεταξύ άνεσης και σταθερότητας, ενώ η απουσία αφρώδους το κάνει εύκολα ρυθμίσιμο, αναλόγως των συνθηκών. Εξαφανίζεται εντελώς στο πόδι ως προπονητικό αλλά εμπνέει και σιγουριά σε πιο γρήγορους ρυθμούς.
Σχετικά με το νούμερο, πάτε άφοβα στο κανονικό σας.

Σόλα και πάτημα

Η σόλα αποτελείται από τον γνωστό εδώ και χρόνια Fresh Foam και δεν φέρει καμμία αλλαγή από αυτή του Beacon v1. Η διαφορά της από άλλα μοντέλα που φορούν την ίδια σύνθεση, είναι η ελάχιστη χρήση λαστίχου από κάτω. Γι’ αυτό και η ΝΒ την ονομάζει Fresh Foam Ground Contact. Κατά τ’ άλλα, παραμένει η χαρακτηριστική γεωμετρία με τα κοίλα και κυρτά εξάγωνα στα πλαινά τοιχώματα (για απορρόφηση και σταθερότητα, αντίστοιχα).

Κοίλα εξάγωνα εξωτερικά για ευκολότερη συμπίεση, κυρτά εσωτερικά για λόγους σταθερότητας.

Κατά καιρούς, έχουμε δει παραλλαγές στο μέγεθος, το σχήμα και την διάταξη των εξαγώνων, με την συμπεριφορά όμως του αφρού τελικά να μην αλλάζει ιδιαίτερα. Αυτό που στο Beacon αποδεικνύεται ότι κάνει την διαφορά, είναι η νέα εξώσολα. Ο Fresh Foam πάντα συνοδευόταν από πλήρη κάλυψη με λάστιχο. Εδώ πλέον πάμε στο αντίθετο άκρο, έχοντας σχεδόν όλο τον αφρό εκτεθειμένο.

Μίνιμουμ ποσότητα λαστίχου (μαύρο χρώμα) και πολλές αυλακώσεις.

Επιπλέον, το μοτίβο με τα εξάγωνα και τα κενά από κάτω, επιτρέπει μεγάλη ευκαμψία στην σόλα και μάλιστα σε οποιοδήποτε σημείο “ζητήσει” το πόδι. Αυτό είναι κι ο λόγος που παρότι έχουμε μία rocker σχεδίαση, αυτή δεν γίνεται τόσο αισθητή, όπως σε πιο άκαμπτες σόλες.

Παρά το ψηλό forefoot, η νέα εξώσολα επιτρέπει μεγάλη ευκαμψία και σε διάφορα σημεία.

Το Beacon είναι από τα αγαπημένα μου παπούτσια.
Με την πρώτη του έκδοση είχα τρέξει κάποιες φορές, το είχα φωτογραφίσει και έμενε να γράψω το review. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν το έκανα. Κι ο λόγος μάλλον ήταν ότι δεν έβρισκα τι να πω και να εξηγήσω. Το παπούτσι μού άρεσε πάρα πολύ αλλά δούλευε τόσο αθόρυβα κι απλά, που πραγματικά δεν μπορούσα να το “αποκωδικοποιήσω”.

Το ίδιο ισχύει προφανώς και με το v2. Το πάτημά του είναι γλυκό και σίγουρο, με μία semi-soft αίσθηση, σε όποιον ρυθμό κι αν πηγαίνεις. Δεν υπάρχει βούλιαγμα μέσα στον αφρό, το cushioning όμως είναι πολύ και εμφανές. Θυμίζει το πρώτο Zante, για όσους το έχουν φορέσει, αλλά πιο προστατευτικό λόγω των μεγαλυτέρων υψών. Επιπλέον, η ευκαμψία του το κάνει και πιο ξεκούραστο σε αργούς ρυθμούς, χωρίς όμως να κλέβει από την σπιρτάδα του.
Είναι ξεκάθαρο ότι η νέα εξώσολα διαφοροποιεί το Beacon, σε σχέση με τα άλλα FF μοντέλα. Κατά την γνώμη μου άλλωστε, δεν χρειαζόταν τόσο πολύ λάστιχο από κάτω. Αφενός φιλτράριζε τις ιδιότητες του αφρού, αφετέρου προσέθετε αρκετό βάρος.

Σε όποιο σημείο κι αν πατάς, η αίσθηση είναι η ίδια. Ομαλή προσγείωση, σταθερότητα και εύκολο toe off. Τίποτα απ’ αυτά δεν θα καταλάβεις βέβαια, αφού όλα γίνονται στο παρασκήνιο. Όπως προείπα, ρολάρεις τόσο αβίαστα που δεν ασχολείσαι καν με το παπούτσι. Τις προάλλες ένας φίλος μού έλεγε, “πολύ μ’ αρέσει το Beacon αλλά δε μπορώ να καταλάβω γιατί”. Συμφωνώ απολύτως. Ανέκαθεν το πάτημά μου ταίριαζε με τo 6άρι drop των ΝΒ (Zante, 1500, Vazee), οπότε κάποια πράγματα είναι και υποκειμενικά.

Το πολύ χαμηλό του βάρος αλλά και η μικρή συμπίεση του αφρού, το κάνουν ικανό και για γρήγορους ρυθμούς. Με την ίδια ευκολία, μάλιστα. Και παρά τα 20mm μπροστά, δε νοιώθεις ξεκομμένος από το έδαφος. Σίγουρα δεν έχει την επιστροφή ενέργειας των νέων υλικών, όπως για παράδειγμα του FuelCell, σηκώνεται όμως αρκετά γρήγορα.

Είναι λογικό να υπάρχει κάποια ανησυχία για την διάρκεια ζωής της εξώσολας και του εκτεθειμένου αφρού. Έχοντας κάνει σχεδόν 100 χιλιόμετρα με το Beacon, η φθορά είναι ελάχιστη (η φωτογραφία παραπάνω είναι πολύ πρόσφατη). Ακόμη όμως κι αν υπάρξει κάποια λείανση στα εξάγωνα από κάτω, θεωρώ ότι δεν θα επηρεάσει ιδιαίτερα την συμπεριφορά του παπουτσιού.

Ο εσωτερικός πάτος του Beacon είναι πολύ λεπτός κι εύκαμπτος. Είναι πιθανό κάποιες φορές να μετακινηθεί από την θέση του καθώς τρέχεις, ιδίως αν βραχεί από τον ιδρώτα. Θα μπορούσατε, είτε να τον κολλήσετε επάνω στο footbed, είτε να τον αλλάξετε με κάποιον παχύτερο. Στην δεύτερη περίπτωση, θα έχετε και μία συνολικά πιο μαλακή αίσθηση στο παπούτσι, αν θεωρείτε ότι πρότιμάτε κάτι τέτοιο.


Συμπέρασμα

Το Beacon είναι ένα μοντέλο που δεν θα εντυπωσιάσει με τα επί μέρους χαρακτηριστικά του, κοιτώντας τα specs στα χαρτιά. Ως σύνολο όμως είναι πραγματικά εξαιρετικό. Πολύ ισορροπημένο, μπορεί να δουλέψει σε καθημερινές, μεγάλες ή tempo προπονήσεις με την ίδια ευκολία και χωρίς παραχωρήσεις. Προστασία, σταθερότητα, χαμηλό βάρος και σβελτάδα από την σόλα, συνδυασμένα με ένα άνετο upper που μπορεί να φιλοξενήσει όλα τα πόδια χωρίς πρόβλημα. Και είναι και όμορφο πλέον. Ένα παπούτσι χωρίς στολίδια και σχεδιαστικές υπερβολές αλλά με ουσία.

 

 

 

Μοιραστείτε αυτό το Άρθρο

Ο Νίκος Πήλικας είναι ερασιτέχνης δρομέας. Επειδή όμως δεν είναι καλός στο τρέξιμο, ασχολείται και με τα παρελκόμενα αυτού (π.χ. παπούτσια). Απ' ό,τι λένε, είναι καλύτερος σε αυτά...

7 Σχόλια

  1. Πολύ καλή και πλήρες παρουσίαση, όπως μας έχει συνηθίσει ο Νίκος άλλωστε σε όλα τα review των παπουτσιών που έχει κάνει και τον ευχαριστούμε. 🙂
    Το Beacon v2 το πήρα όταν πρωτοβγήκε αλλά δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Ίσως επειδή κακώς περίμενα μεγάλα και διαφορετικά πράγματα από το παπούτσι. Το ήθελα πιο απορροφητικό με μεγαλύτερη επαναφορά. Μοιραία το συνέκρινα με το zff2 της Nike κι εκεί έμεινε πολύ πίσω.
    Τέλος πάντων το Beacon είναι σίγουρα ένα πανάλαφρο κι άνετο παπούτσι, που φοριέται και στη βόλτα κι είναι το πιο σταθερό παπούτσι που έχω φορέσει σε στεγνό αλλά και σε βρεγμένο δρόμο. Δεν έχω κάνει πολλά χιλιόμετρα και δεν μπορώ να ξέρω αν η σταθερότητα αυτή αλλάξει όταν φθαρεί η σόλα του.
    Τώρα έχει πέσει κι η τιμή του αλλά έχουν σπάσει και τα νούμερα.

  2. @nikman Thanks για το feedback, Μανώλη. Έτσι, να γράφετε για να είναι πιο ολοκληρωμένη η εικόνα κάθε φορά.

    Απορροφητικό είναι και αρκετά μάλιστα. Μαλακό δεν είναι, τουλάχιστον όπως το εννοούμε συνήθως. Παίζει ρόλο κι ο υποτυπώδης εσωτερικός πάτος σ’ αυτό.
    Rebound δεν έχει ο FF, το λέω και μέσα. Βέβαια, αν το καλοσκεφτούμε, 2 ετών ιστορία είναι αυτό με την επιστροφή ενέργειας. Πώς τα καταφέρναμε παλιότερα με τους απλούς EVA; 😛

  3. Θα συμφωνησω και εγω με τον ΜΑΝΩΛΗ.
    Ουτε εμενα με εντυπωσιασε, ενω περιμενα πολλα περισσοτερα με βαση ολα αυτα που ειχα διαβασει.
    Ευτυχως το αγορασα 60 ευρω, οπου εκει δεν κλαιω τα λεφτα μου.

    Την πατησα ακριβως οπως ο φιλος που ανεφερε τα zoom fly flyknit2. Πολυ πιο πολυ cushion τα nike και για μενα πολυ πιο φιλικα για τα ποδια μου.
    Τα φοραω ανα διαστηματα για αλλαγη στο πατημα.
    Προσδοκώ στην Ανοιξη οι καμια 15νταρια βαθμοι κελσιου επιπλεον καπως θα μαλακώσουν τον EVA αφρο τους.

    Σημερα παρελαβα τα hoka rincon, τα οποια ναι μεν μοιαζουν σε σκληροτητα, αλλα εχουν πολυ περισσοτερο παχος και διαπνοη πανω μερους-στο ιδιο παντοτε βαρος! (το νουμερο 44 ζυγιζει 222 γρ).
    Πιστευω Νικο οτι τα rincon θα σου αρεσουν ακομα περισσοτερο απο τα beacon κι ας μην εισαι τοσο λατρης του extra cushion.

  4. Εμένα αντιθέτως με ενθουσίασε, ειδικά αν το συγκρίνω με το kinvara που δείχνει να έχει το ίδιο σουλούπι, απέχει παρασαγγας. Είναι λίγο φαρδύ για το πόδι μου αλλα μόλις χτες το διόρθωσα ανταλλασσοντας πάτο με το skechers Razor3 που μου είναι κατάτι στενό. Με την αλλαγή και τα δύο παπούτσια θα τα χαρακτήριζα τέλεια. Σίγουρα όμως οχι αγωνιστικα

  5. @geomaz Γιώργο, το έχουμε ξαναπεί, cushioning και softness δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Ένα παπούτσι μπορεί να είναι απορροφητικό χωρίς απαραίτητα να έχει πολύ μαλακή ρύθμιση ο αφρός. Από εκεί και πέρα, το tuning της σόλας είναι καθαρά θέμα γούστου.
    Σε αυτό που λες για το κρύο και το EVA, έχεις απόλυτο δίκιο. Δοκίμασέ το πάντως και με έναν πιο “αφράτο” πάτο, θα δεις διαφορά.
    Τα Rincon τα τρέχω εδώ κι ένα μήνα. Όντως ίδια κατηγορία με το Beacon, πολύ κοντινά. Ωραίο παπούτσι, τσιμπάει ρυθμό αλλά νομίζω πως το προτιμώ ως trainer. Εν τούτοις, πολλά πόδια θα στριμωχτούν. Θα τα πούμε στο review…

    @tazi Το Ride 7 εννοείς, όχι το Razor, ε;

  6. Μου άρεσε πολύ που μοιάζει με το Zante 1. Ίσως το πιο φιλικό, προς τα πόδια μου, παπούτσι που έχω φορέσει ποτέ.
    Αυτό με τον πάτο που μπορεί να βγει είναι τραγικό

  7. Το Beacon λόγω βάρους και ρύθμισης αφρού είναι πασπαρτού. Το έχω χρησιμοποιήσει για όλες τις προπονήσεις με εξαίρεση μόνο τα μεγαλύτερα long run. Όσον αφορά τη διάρκεια ζωής, έχω τα v1 με 350 km περίπου και η φθορά της εξωσόλας είναι πολύ μικρή, η δε αίσθηση του αφρού παραμένει σχεδόν αμετάβλητη.

Αφήστε μια απάντηση